RSS

Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια

20 Aug

Η πόλη των κορφών. Με το παλιό κάστρο σκαλωμένο ψηλά στα βράχια, με το φυσικό λιμάνι στα πόδια της, περήφανη δείχνει στα σκαριά που ρχονται να δέσουν, τα τείχη, τους τρούλους, τα πιο ψηλά από τα κτίριά της. Τα νερά γλείφουν την ακτή και πίσω από το φράχτη των κυπαρισσιών, λιόδεντρα ασημίζουν στο φως του πρωινού. Τα γυμνά ξάρτια των αραγμένων καραβιών θυμίζουν χειμωνιάτικο δάσος. Στο κέντρο δένουν τα εμπορικά κι από κει ξεκινά μια σειρά φορτωμένα κάρα που ανηφορίζουν προς τη δημοσιά. Ανάμεσα στις γυαλιστερές κάνες των πυροβόλων, με τα όπλα στον ώμο βηματίζουν οι σκοπιές ψηλά στο φρούριο. Τα γλαροπούλια κάθε τόσο ξεχωρίζουν ψάρι και βουτάνε. Στην άκρη του μώλου τα παιδιά ψαρεύουνε με το καλάμι κι ακούγονται ζητωκραυγές καθώς η λεία αστράφτει στον αέρα. Στις άκριες, αριστερά και δεξιά, δένουν τα ρώσικα και τα τούρκικα καράβια, δυο τρίκροτα, οκτώ γολέτες. Έξω από το λιμάνι, σε ακτίνα ενός με δύο μίλια, άλλα τρία τούρκικα με τα μισά πανιά ανοιγμένα περιπολούν. Κάθε πλεούμενο που μπαίνει ή βγαίνει, ελέγχεται κάτω από τα ξέσκεπα κανόνια τους.

Το ψαράδικο που ερχόταν από την απέναντι ακτή πέρασε τον έλεγχο στην απόσταση που έφταναν τα πυροβόλα του φρούριου κι αμέσως δόθηκε σινιάλο πως το πλεούμενο είναι εντάξει. Πάνω απ’ το κατάστρωμα της γολέτας τους οι Τούρκοι αρκέστηκαν να κοιτάξουν την ψαριά μέσα στα κοφίνια.
Γερμένος στα σκοινιά κοιτούσε ο Γερουλάνος, καθώς γλιστρούσανε στ’ ακίνητα νερά, κοπάδια αφρόψαρα που έπαιζαν περνώντας κάτω απ’ την καρίνα. Από τη στεριά, κάνοντας τα χέρια χωνί, κάποιος ψηλόσωμος άντρας με τις βράκες τραβηγμένες στα γόνατα, τους φώναξε να δέσουνε μπροστά από ένα μακρόστενο δικάταρτο που ξεφόρτωνε στα κάρα δέματα με λαγοτόμαρα, βαρέλια με βαφές και θεόρατες μπάλες μπαμπάκι κι αρτινό λινάρι.
Οι ψαράδες έπλεναν τα σανίδια ρίχνοντας κουβάδες με θαλασσινό νερό. ό,τι απέμενε από τις επιμελητείες των συμμάχων, που πρώτες διάλεγαν, θα ξεπουλιόταν σε μια ώρα μέσα: η πόλη δοκιμαζόταν από πείνα και πάλι. Έβγαλε τα παπούτσια ο Γερουλάνος να ‘ναι έτοιμος κι έστρεψε μια τελευταία φορά στον καραβοκύρη. «Κατευόδιο σιορ Νίκωνα», τον χαιρέτησε αυτός.
Καθώς άγγιζε η πλώρη την αμμουδιά, πήδησε στα ρηχά ζεστά νερά και βγήκε γοργά. Κάποιος πέταξε από μέσα τον μικρό του γιούκο, δεμένον γερά στην κορφή. Τον έπιασε στον αέρα και γύρισε για την ανηφοριά. Είχε μείνει μια βδομάδα αξούριστος κι έζεχνε ψαρίλα. Κατάσαρκα μέσα από το αντερί του αισθανόταν πάντα το σφραγισμένο γράμμα. Όμως, μ’ όλη τη βιασύνη, ούτε που περνούσε από το νου του να παρουσιαστεί σ’ αυτά τα χάλια.
Φτάνοντας στο δρόμο πάνω, αντίκρισε τη φορτέτσα και στις πολεμίστρες τις δυο συμμαχικές σημαίες να πλαταγίζουν στον αέρα. Έφτυσε καταγής. (…)

Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012

Πίνακας: Nικόλαος Λύτρας

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: