RSS

Αλεξάντερ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων

19 Jun

Σήκωσα το ακουστικό. Μου φάνηκε πιο κρύο απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, μουγγό μπροστά στον αδιάφορο τοίχο. Το έφερα στο αυτί και χωρίς μεγάλη ελπίδα – όση έχει κανείς μπροστά σ’ ένα χαλασμένο ρολόι– πάτησα το κουμπί. Ήταν άραγε κάποιος ήχος μέσα στο μυαλό μου ή κάποια ηχητική ανάμνηση – έκπληκτος πάντως άκουσα το ζουζούνισμα μιας μύγας, εκείνη τη δόνηση των καλωδίων που θυμίζει το βόμβο εντόμου και η οποία στις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν το ίδιο παράδοξη με το εγχείρημά μου. Η έντονη προσπάθεια να καταλάβεις κάτι είναι σαν το σκουλήκι που τρώει ως και το μάρμαρο των αγαλμάτων, αποδυναμώνοντας όλες τις εντυπώσεις άγνωστης αιτιολογίας. Η προσπάθεια, πάντως, να καταλάβω το ακατάληπτο δεν συναριθμούνταν μεταξύ των αρετών μου. Παρά ταύτα, μπήκα στη δοκιμασία. Σηκώνοντας το ακουστικό, αναπαρήγαγα τον χαρακτηριστικό αυτόν ήχο στη φαντασία μου, και τον έπιασα πάλι μόνον όταν ξανάρχισε ν’ ακούγεται από το ακουστικό. Ένας ήχος που δεν είχε εξάρσεις ή διακοπές, δεν αδυνάτιζε, δεν δυνάμωνε∙ καθώς ταίριαζε, το ακουστικό αντιβούιζε ένας αόρατος χώρος, περιμένοντας επαφή. Με κυρίευσαν συγκεχυμένες ιδέες, παράξενες, όπως ήταν παράξενο και το υπόκωφο βουητό του καλωδίου που λειτουργούσε μέσα στο νεκρό κτήριο. Έβλεπα κόμπους μπερδεμένων καλωδίων, κομμένων από ριπές ανέμου, που ενώνοντας σε απρόβλεπτα σημεία του χάους τους: δέσμες ηλεκτρικών σπινθήρων να πετάγονται από καμπουριαστές ράχες γάτων πάνω στις στέγες∙ μαγνητικές λάμψεις στις γραμμές του τραμ∙ την υφή και την καρδιά της ύλης με τη μορφή οξειών γωνιών φουτουριστικού πίνακα. Τέτοιου είδους σκέψεις-οράματα δεν ξεπερνούσαν σε διάρκεια το χτύπο της ανάστατης καρδιάς∙ κι αυτή χτυπούσε στον ρυθμό της αμετάφραστης γλώσσας της αίσθησης των νυχτερινών δυνάμεων. Και τότε, μέσα απ’ τους τοίχους, έλαμψε σαν νέα σελήνη η μορφή εκείνης της κοπέλας.

Θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως η εντύπωση θα αποδεικνυόταν τόσο ζωντανή και στέρεη; Δύναμη εκατό ανθρώπων κρυβόταν και βούιζε μέσα μου καθώς, κοιτάζοντας επίμονα το φθαρμένο νούμερο της συσκευής, οδηγούσα τη μνήμη μου μέσα στη θύελλα των αριθμών, προσπαθώντας μάταια να βρω ποιος συνδυασμός του θα μου θυμίσει το χαμένο νούμερο. Καταραμένη, άπιστη μνήμη! Oρκίζεται να μην ξεχάσει ούτε αριθμούς ούτε ημερομηνίες ούτε λεπτομέρειες ούτε αγαπητά πρόσωπα∙ κι απαντά στην αμφιβολία με βλέμμα αθωότητας. Θα ’ρθει όμως ένας καιρός που ο εύπιστος θα δει πως έκλεισε συμφωνία με μιαν άτιμη μαϊμού, η οποία ξεπουλάει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι για μια χούφτα καρύδια. Λειψά, συγκεχυμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου∙ από τον αριθμό σβήνουν τα ψηφία∙ τα περιστατικά μπερδεύονται και μάταια στύβει το μυαλό του ο άνθρωπος, ο βασανισμένος από ολισθηρές αναμνήσεις…

(…) Και τότε με το ουρλιαχτό μιας ροής που απελευθερώθηκε, ξεχύθηκαν, σαν από μια πόρτα που άνοιξε ξαφνικά, διαπεραστικές φωνές που θύμιζαν τη γνωστή φλυαρία του χωνιού του γραμμοφώνου – άγνωστοι ρήτορες, οι οποίοι χτυπιούνταν στο χέρι μου καθώς έσφιγγα το ακουστικό. Σκόνταφταν ο ένας πάνω στον άλλο με τη βιασύνη και το πάθος του ανθρώπου που βγήκαν στο δρόμο τρέχοντας. Ανάκατες φράσεις θύμιζαν συναυλία από κουρούνες. «A-λα-λα-λα-λα!…» ξεφώνησε κάποιο άγνωστο πλάσμα, με φόντο τα συνετά και αργά λόγια ενός βαρύτονου, που σχημάτιζαν μελίρρυτες φράσεις, χωρισμένες σε παύσεις και σημεία στίξεως. – «Δεν μπορώ να σας δώσω…» – «Εάν δείτε… » – «Οπωσδήποτε…» – «Νομίζω πως…» – «Ακούστε…» – «Διαστάσεων τριάντα και πέντε…» – «Κλείνω…» – «Το αυτοκίνητο έχει σταλεί…» – «Δεν καταλαβαίνω τίποτα…» – «Κλείστε το ακουστικό…» Μέσα σε αυτήν την αγοραία παράνοια, σέρνονταν αδύναμα, σαν το βούισμα του κουνουπιού, στεναγμοί, μακρινό κλάμα, χάχανα, γέλια, μελωδίες βιολιού, συγχορδίες αργών βημάτων, θροισμάτων και ψιθύρων. (…)

Ουρλιάζοντας σχεδόν, είπα: «Eίμαι εκείνος που μίλησε μαζί σας στην αγορά, κι έμεινε με την εγγλέζικη καρφίτσα. Πουλούσα βιβλία. Σας παρακαλώ, θυμηθείτε. Δεν ξέρω το όνομά σας, επιβεβαιώστε ότι είστε σεις». «Καταπληκτικό», απάντησε συλλογισμένη η φωνή βήχοντας. «Περιμένετε, μην κλείσετε. Καταλαβαίνω. Πατέρα, έχεις ξαναδεί τέτοιο πράγμα;» Αυτό το τελευταίο δεν απευθυνόταν σε μένα. Μια αντρική φωνή, προφανώς από άλλο δωμάτιο, της απάντησε κάτι δυσδιάκριτο. «Τη συνάντηση την θυμάμαι», εκείνη απευθύνθηκε πάλι στο δικό μου αυτί. «Μα δεν θυμάμαι την καρφίτσα που αναφέρατε. Α, ναι! Δεν ήξερα ότι έχετε τόσο ισχυρή μνήμη. Αλλά μου φαίνεται περίεργο να μιλώ μαζί σας∙ το τηλέφωνό μας είναι κομμένο. Τι συνέβη, από πού τηλεφωνείτε;» 

Αλεξάντερ Γκριν, Ο κυνηγός των αρουραίων, σελ.45-52, αποσπασματικά, μτφρ.: Γιώργος Τσακνιάς, Εκδόσεις Στιγμή, 1995

Φωτό: Ivana Vostrakova

Τον Αύγουστο του 1930, ο Γκριν έγραφε στον Μ. Γκόργκι ότι το τυπογραφείο αρνιόταν επιμόνως να τον εκδώσει, όχι για πρακτικούς λόγους, αλλά με την εξής αιτιολόγηση: «Δεν θέλετε να ανταποκριθείτε στην εποχή και η εποχή στο πρόσωπό μας σας εκδικείται». Ευτυχώς η λογοτεχνία ξέρει επίσης να εκδικείται τους ανθρώπους που τόσο αλαζονικά πιστεύουν πως ενσαρκώνουν «την εποχή».

Γιώργος Τσακνιάς, από το επίμετρο του βιβλίου.

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: