RSS

Αντόν Τσέχοφ, Για κάτι μηλαράκια

13 Jun

Στην άκρη του κήπου, κάτω από μια γέρικη πολύκλωνη μηλιά, καθόταν μια νεαρή χωρική και μασουλούσε. Δίπλα της, πεσμένος στα γόνατα, ένας νεαρός με φαρδιές πλάτες μάζευε τα μήλα που είχε ρίξει στο χώμα ο αέρας. Τα άγουρα τα πετούσε στους θάμνους και τα γινωμένα τα πρόσφερε ερωτικά, με τη φαρδιά γκρίζα παλάμη του στη Δουλτσινέα του. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Δουλτσινέα δε φοβόταν μήπως την πιάσει στομαχόπονος και τα κατέβαζε το ένα μετά το άλλο με μεγάλη όρεξη, ενώ ο νεαρός σερνόταν γύρω της και μάζευε κι άλλα, αφηρημένος, αφοσιωμένος αποκλειστικά στη Δουλτσινέα του.
«Κόψε κι από το δέντρο, ντε!» τον παρότρυνε ψιθυριστά η κοπέλα.
«Φοβάμαι».
«Τι φοβάσαι;! Ο Οπρίτσνικ είναι σίγουρα στην ταβέρνα…»
Ο νεαρός σηκώθηκε, έδωσε ένα σάλτο, έκοψε ένα μήλο από το δέντρο και της το πρόσφερε. Όμως στους δύο νέους, όπως τους παλαιούς καιρούς στον Αδάμ και την Εύα, το μήλο αυτό δεν έφερε τύχη. Η κοπέλα έκοψε με τα δόντια ένα κομματάκι και το έδωσε στον νεαρό, ένιωσαν στις γλώσσες τους τη γεύση του, και ξάφνου τα πρόσωπά τους στράβωσαν, μάκρυναν, χλόμιασαν… όχι επειδή το μήλο ήταν ξινό, αλλά επειδή είδαν μπροστά τους την αυστηρή φυσιογνωμία του Τρίφον Σεμιόνοβιτς και το χαιρέκακο χαμογελαστό μούτρο του Κάρπουσκα.
«Γεια σας, περιστεράκια!» τους πλησίασε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Τι γίνεται, τρώμε μηλαράκια; Μήπως ενοχλώ;»
Ο νεαρός έβγαλε το καπέλο του κι έσκυψε το κεφάλι. Η κοπέλα βάλθηκε να κοιτάζει την ποδιά της.
«Λοιπόν, πώς είναι η υγεία σου, Γκριγκόρι;» στράφηκε προς τον νεαρό. «Πώς τα πας;»
«Μονάχα ένα» μουρμούρισε ο νεαρός «κι αυτό από κάτω…»
«Η δική σου υγεία πώς είναι, καλή μου;» ρώτησε την κοπέλα ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς.
Εκείνη στύλωσε ένα ακόμα πιο έντονο βλέμμα στην ποδιά της.
«Ακόμα δεν έχετε παντρευτεί;»
«Όχι ακόμα… Εμείς, αφέντη, στ’ ορκίζομαι, μόνο ένα, κι αυτό… να, έτσι…»
«Εντάξει, μωρέ, εντάξει. Όλα καλά. Δεν μου λες, ξέρεις να διαβάζεις;»
«Όχι… Αλήθεια λέω, αφέντη, μόνο ένα φάγαμε, κι αυτό από το χώμα».
«Δεν ξέρεις να διαβάζεις, αλλά να κλέβεις ξέρεις. Ε, δεν είναι κι άσχημα. Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε. Κι έχεις αρχίσει καιρό να κλέβεις;»
«Από πού κι ως πού λέτε ότι κλέβω;»
«Κι η αρραβωνιάρα σου», πετάχτηκε ο Κάρπουσκα, «τι έπαθε κι είναι τόσο σκεφτική; Μήπως είναι ντροπαλή;»
«Σώπα, Καρπ!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Άντε, Γκριγκόρι, για πες μου ένα παραμυθάκι…»
Ο Γκριγκόρι ξερόβηξε και χαμογέλασε με μισό χείλι.
«Δεν ξέρω παραμύθια, αφέντη» είπε. «Δεν τα χρειάζομαι τα μήλα σας. Άμα θέλω μήλα, μπορώ να αγοράσω».
«Χαίρομαι πολύ, αγόρι μου, που έχεις τόσα λεφτά. Έλα λοιπόν, πες μου ένα παραμυθάκι. Εγώ θα κάθομαι και θα σ’ ακούω. Θα σ’ ακούει κι ο Καρπ, θα σ’ ακούει και η ομορφούλα η αρραβωνιάρα σου! Μην ντρέπεσαι, δείξε θάρρος! Η ψυχή του κλέφτη πρέπει να έχει θάρρος. Έτσι δεν είναι, φιλαράκο μου;»
Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς κάρφωσε στον νεαρό, που είχε πιαστεί στα πράσα, ένα μοχθηρό βλέμμα… Ιδρώτας εμφανίστηκε στο μέτωπο του νεαρού.
«Καλύτερα να μας πει ένα τραγούδι, αφέντη. Πού να ξέρει παραμύθια αυτός ο βλάκας;» γρύλισε ο Κάρπουσκα με την απαίσια ψιλή φωνή του.
«Σώπα, Καρπ, ας μας πει πρώτα ένα παραμυθάκι. Άντε, αγόρι μου, άρχισε!»
«Δεν ξέρω».
«Αλήθεια δεν ξέρεις; Να κλέβεις όμως ξέρεις! Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Τι με ρωτάτε, ιδέα δεν έχω. Αλήθεια λέω, αφέντη, μονάχα ένα μήλο φάγαμε, κι αυτό από τα πεσμένα…»
«Πες μας ένα παραμύθι!»
Ο Κάρπουσκα άρχισε να κόβει τσουκνίδες. Ο νεαρός ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε με δαύτες. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς, όπως και όλοι οι όμοιοί του, απέδιδε ο ίδιος δικαιοσύνη. Τον κλέφτη είτε τον κλείδωνε για ένα μερόνυχτο στο υπόγειο είτε τον μαστίγωνε με τσουκνίδες είτε τον άφηνε να φύγει τσίτσιδο… Ο Γκριγκόρι λοξοκοίταξε τις τσουκνίδες, δίστασε για λίγο, ξερόβηξε κι ύστερα άρχισε να λέει όχι ακριβώς ένα παραμύθι αλλά μάλλον ασυναρτησίες… Φούσκωνε, ίδρωνε, έβηχε, φυσούσε κάθε τόσο τη μύτη του και διηγιόταν πώς μια φορά κι έναν καιρό τα παλικάρια στη Ρωσία νικούσαν τους κακούς μάγους και παντρεύονταν τις μαγεμένες καλλονές. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς στεκόταν κι άκουγε, χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τον νεαρό.
«Αρκετά!» είπε όταν ο νεαρός άρχισε να μπερδεύει τελείως τα λόγια του και να λέει βλακείες. «Είσαι καλός παραμυθάς, αλλά πολύ καλύτερος κλέφτης. Ε εσύ, ομορφονιά…» στράφηκε στην κοπέλα, «για πες μας εσύ τώρα το Πάτερ ημών!»


Η ομορφονιά κοκκίνισε και πολύ σιγανά, σχεδόν με κομμένη την ανάσα, είπε το Πάτερ ημών.
«Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Μήπως νομίζετε ότι πήραμε πολλά;» είπε ο νεαρός, κουνώντας απελπισμένα το χέρι του. «Να, ορκίζομαι, άμα δεν με πιστεύετε…»
«Είναι πολύ κακό, καλά μου παιδιά, που δεν ξέρετε τις δέκα εντολές. Θα πρέπει να σας τιμωρήσουμε. Για πες μου, ομορφονιά, αυτός σ’ έμαθε να κλέβεις; Γιατί δεν μιλάς, άγγελέ μου; Πρέπει να μου απαντήσεις. Λέγε λοιπόν: Η σιωπή σημαίνει ότι συμφωνείς. Άντε, ομορφονιά μου, χτύπα τον ομορφονιό σου που σ’ έμαθε να κλέβεις».
«Όχι», ψιθύρισε το κορίτσι.

«Χτύπησέ τον λίγο. Οι βλάκες πρέπει να τιμωρούνται. Χτύπησέ τον, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Έ, τότε θα αναγκαστώ να διατάξω τον Καρπ και τον Ματβέι να πάρουν τις τσουκνίδες και να σε… Τι λες;»
«Δεν θα το κάνω».
«Έλα δω, Καρπ!»
Το κορίτσι έτρεξε γρήγορα στον νεαρό και του έδωσε ένα χαστούκι. Ο νεαρός χαμογέλασε ακόμα πιο ηλίθια κι έβαλε τα κλάματα.
«Μπράβο, ομορφονιά μου! Τράβα του λίγο και τα μαλλάκια! Άντε, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Καρπ, έλα δω!»
Η κοπέλα έπιασε τον αρραβωνιαστικό της από τα μαλλιά.
«Τράβα δυνατά, να πονέσει! Ξερίζωσέ τα!»
Η κοπέλα τού τα τράβηξε με δύναμη. Ο Κάρπουσκα ενθουσιάστηκε, κρατούσε την κοιλιά του και χτυπιόταν από τα γέλια.
«Αρκετά» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Σ’ ευχαριστώ, ψυχή μου, που τιμώρησες το κακό. Η σειρά σου τώρα» στράφηκε στον νεαρό «να χτυπήσεις την καλή σου… Σε χτύπησε εκείνη, πρέπει να τη χτυπήσεις κι εσύ…»
«Λέτε κάτι πράματα, αφέντη, που… Γιατί να τη χτυπήσω;»
«Τι θα πει γιατί; Αφού εκείνη σε χτύπησε! Χτύπησέ τη κι εσύ! Καλό θα της κάνει. Δεν θέλεις; Κρίμα. Καρπ, φώναξε τον Ματβέι!»
Ο νεαρός έφτυσε, πήρε μια βαθιά ανάσα, άρπαξε την κοτσίδα της αρραβωνιαστικιάς του κι άρχισε κι αυτός να τιμωρεί το κακό. Καθώς τιμωρούσε το κακό, έπεσε σε έκσταση, αφαιρέθηκε και ξέχασε ότι δε χτυπούσε τον Τρίφον Σεμιόνοβιτς αλλά την αρραβωνιαστικιά του. Η κοπέλα έμπηξε τα κλάματα. Εκείνος τη χτύπησε για ώρα πολλή. Δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε αυτή η ιστορία, αν δεν πεταγόταν από τους θάμνους το χαριτωμένο κοριτσάκι του Τρίφον Σεμιόνοβιτς, η Σάσενκα.
«Μπαμπά, έλα να πιεις το τσάι σου!» φώναξε η Σάσενκα και, βλέποντας τι έκανε ο πατέρας της, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
«Φτάνει!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Μπορείτε να φύγετε, περιστεράκια μου. Στο επανιδείν! Στο γάμο σας θα σας στείλω δώρο μηλαράκια».
Κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση στους τιμωρημένους.
Ο νεαρός και η κοπέλα τακτοποίησαν λίγο τα ρούχα τους κι έφυγαν. Εκείνος τράβηξε δεξιά κι εκείνη αριστερά… και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ από τότε.

Αντόν Τσέχοφ, Πολύχρωμες αφηγήσεις,  Για κάτι μηλαράκια (απόσπασμα) Μτφρ.: Πάνος Σταθόγιαννης, Εκδόσεις «ΡΟΕΣ» 2014

Πίνακας: Margo Selski

.

.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: