RSS

Μάριο Βάργκας Λιόσα, Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

11 Apr

Πράγματι, εκεί ήταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, και ο Κουσικάνκι Απέστεγι και ο Τίτο Παρινακότσα ανακάλυψαν καμιά δεκαριά ανθρώπους διαφόρων ηλικιών και φυλών χωμένους μέχρι τη μέση στα λασπόνερα, όχι με μαγιό αλλά ντυμένους, μάλιστα ορισμένοι άνδρες φορούσαν γραβάτα, ακόμη και καπέλο. Αδιαφορώντας για τις βρισιές, τα γιουχαΐσματα, τα φλούδια που τους πέταγαν και τις υπόλοιπες κοροϊδίες των περιοίκων, οι οποίοι είχαν μαζευτεί στην όχθη για να τους δουν, συνέχιζαν πολύ σοβαροί μια τελετή, η οποία στα όργανα της τάξης φάνηκε, σε πρώτη φάση, περίπου σαν συλλογική απόπειρα δολοφονίας διά πνιγμού. Είδαν τα ακόλουθα: ενώ έψελναν με ζέση περίεργους ύμνους, οι Μάρτυρες κρατούσαν απ’ τα μπράτσα έναν γέροντα με πόντσο και μάλλινο σκουφί των Άνδεων, τον οποίο βύθιζαν στα βρώμικα νερά – με σκοπό να τον θυσιάσουν στον Θεό τους; Αλλά, όταν οι αστυφύλακες, με το όπλο στο χέρι και λασπώνοντας τις περικνημίδες τους, τους διέταξαν να σταματήσουν την εγκληματική πράξη τους, ο γέρος ήταν ο πρώτος που θύμωσε, απαιτώντας από τους αστυνομικούς να φύγουν και αποκαλώντας τους με παράξενα ονόματα (όπως «Λατίνους» και «παπικούς»). Τα όργανα της τάξης αναγκάστηκαν να σταματήσουν και να περιμένουν να τελειώσει η βάπτιση, για να συλλάβουν τον Γκουμερσίντο Τέλιο, τον οποίο είχε υποδείξει ο κύριος Πρίνσιπε.

Η τελετή διήρκησε λίγα λεπτά, κατά τα οποία συνεχίστηκαν οι προσευχές και οι βουτιές του βαπτιζομένου μέχρι που άρχισαν να του γυρίζουν τα μάτια, να καταπίνει νερό και να πνίγεται, οπότε οι Μάρτυρες αποφάσισαν να τον βγάλουν σηκωτό μέχρι την όχθη, όπου άρχισαν να τον συγχαίρουν για τη νέα του ζωή, που, έλεγαν, ξεκινούσε από εκείνη τη στιγμή. Tότε οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον Γκουμερσίντο Τέλιο. Ο μηχανικός δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση, ούτε επιχείρησε να διαφύγει, ούτε και εξεπλάγη από το γεγονός της σύλληψης, ενώ τη στιγμή που του πέρναγαν τις χειροπέδες είπε στους άλλους: «Αδελφοί, δεν θα σας ξεχάσω ποτέ». Οι Μάρτυρες ξέσπασαν αμέσως σε νέες ψαλμωδίες, κοιτάζοντας τον ουρανό με μάτια ανεστραμμένα, κι έτσι τον συνόδευσαν μέχρι το αυτοκίνητο του κυρίου Πρίνσιπε, ο οποίος μετέφερε τους αστυνομικούς και τον κρατούμενο στο Αστυνομικό Τμήμα της Λα Βικτόρια, όπου τον αποχαιρέτησαν ευχαριστώντας τον για τη βοήθεια που τους προσέφερε. (…)

Ενημερωθείς για την κατηγορία ο Γκουμερσίντο Τέλιο εξέφρασε μεγάλη έκπληξη αρνούμενος τις κατηγορίες και ένα λεπτό αργότερα (προσποιούμενος κάποια ψυχολογική διαταραχή με σκοπό τη μελλοντική του υπεράσπιση;) έβαλε τα γέλια, πολύ χαρούμενος, λέγοντας ότι αυτή ήταν η δοκιμασία που του επιφύλασσε ο Θεός, για να μετρήσει την πίστη και το πνεύμα της αυτοθυσίας του. Προσέθετε ότι τώρα καταλάβαινε γιατί δεν είχε κληθεί να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ευκαιρία την οποία περίμενε με ανυπομονησία, ώστε, δίνοντας το καλό παράδειγμα, να αρνηθεί να φορέσει τη στολή και να ορκιστεί πίστη στη σημαία, που ήταν γνώρισμα του Σατανά. Ο υπαστυνόμος Ενρίκε Σότο τον ρώτησε εάν καταφερόταν εναντίον του Περού, στο οποίο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι με κάνεναν τρόπο δεν εννοούσε κάτι τέτοιο και ότι αναφερόταν μόνο σε θέματα θρησκείας. Και τότε προχώρησε, με πάθος, στην εξήγηση στον υπαστυνόμο Σότο και στους αστυνομικούς ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός αλλά Μάρτυράς του και ότι ήταν ψέμα αυτό που έλεγαν οι παπικοί, πως τον είχαν σταυρώσει, ενώ στην πραγματικότητα τον είχαν καρφώσει σε ένα δέντρο, όπως αποδεικνύεται από τη Βίβλο. Στο πλαίσιο αυτό τους συνέστησε να διαβάσουν την Ξυπνήστε! μια δεκαπενθήμερη εφημερίδα που, στην τιμή των δύο σολ, διέλυε τις αμφιβολίες σχετικά με αυτό και με άλλα θέματα πολιτισμού και παρείχε υγιή ψυχαγωγία. Ο υπαστυνόμος Σότο τον έκανε να σωπάσει προειδοποιώντας τον ότι στο χώρου του Αστυνομικού Τμήματος απαγορευόταν η εμπορική διαφήμιση. Και τον προέτρεψε να του πει πού ήταν και τι έκανε την προηγουμένη, την ώρα που η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία βεβαίωνε ότι είχε βιαστεί και ξυλοκοπηθεί από αυτόν. (…) Ήταν η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία παιδί; Δεν υπήρχε αμφιβολία, αν έκρινε κανείς από τη χρονολογική ηλικία και το σώμα της, στο οποίο δειλά διαγράφονταν οι καμπύλες της θηλυκότητας, και τις πλεξούδες που είχε πιασμένα τα μαλλιά της και σχολική στολή που φορούσε. Όμως, αντίθετα, με τον τρόπο που κινιόταν, τόσο γατίσια, έτσι όπως στεκόταν ανοίγοντας τα πόδια, σπάζοντας τους γοφούς, ρίχνοντας πίσω τους ώμους και βάζοντας τα χέρια με προκλητική άνεση στη μέση και, πάνω απ’ όλα, με τον τρόπο που κοίταζε, με κείνα τα βελούδινα και αυθάδη μάτια, και δάγκωνε το κάτω χείλος της με δοντάκια μικρού ποντικιού, η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία έμοιαζε να διαθέτει ευρύτατη εμπειρία, σοφία αιώνων.

(…) Αλλά η Σαρίτα Ουάνκα Σαλαβερία, μόλις άκουσε την πρόταση του ανακριτή, σαν το πετεινάρι που μυρίζει αίμα σε κοκορομαχία, φουντωμένη, επιδόθηκε σ’ έναν ηδυπαθή μονόλογο και σε μια μιμική και σπερματική αναπαράσταση, που έκοψε την ανάσα του δρα δον Μπαρέδα ι Σαλντίβαρ και βύθισε τον δρα Σελάγια σε μια σωματική ταραχή ειλικρινά απρεπή (και ίσως αυνανιστική;) O μηχανικός είχε χτυπήσει την πόρτα, κι όταν η μικρή άνοιξε την κοίταξε έτσι και της μίλησε αλλιώς, και μετά γονάτισε έτσι, αγγίζοντας την καρδιά του έτσι, και της έκανε ερωτική εξομολόγηση έτσι κι έτσι, με όρκους ότι την αγαπούσε τόσο. Ζαλισμένοι, υπνωτισμένοι, ο ανακριτής και ο γραμματέας είδαν το κορίτσι-γυναίκα να φτεροκοπάει τα χέρια της σαν πουλί, να σηκώνεται στις μύτες σαν μπαλαρίνα, να σείεται και να βεργολυγιέται, να χαμογελάει και να θυμώνει, να μιλάει με δυο φωνές, μιμούμενη τον εαυτό της και τον Γκουμερσίντο Τέλιο, και τελικά να πέφτει στα γόνατα και να (της, αυτός) κάνει ερωτική εξομολόγηση. Ο δρ δον Μπαρέδα ι Σαλνιβάρ τέντωσε το χέρι, ψέλλισε «αρκετά», αλλά το φλύαρο θύμα εξηγούσε κιόλας ότι ο μηχανικός την είχε απειλήσει με ένα μαχαίρι έτσι, και της είχε ριχτεί έτσι, και την έκανε να γλιστρήσει έτσι, και έπεσε πάνω της έτσι, και της έπιασε τη φούστα έτσι, κι εκείνη τη στιγμή ο ανακριτής –χλομός, αριστοκρατικός, μεγαλοπρεπής, οργισμένος, βιβλικός, προφήτης– σηκώθηκε όρθιος στη θέση του και βρυχήθηκε: «Φτάνει! Φτάνει πια! Αρκετά!» Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ύψωνε τη φωνή του.

 Μάριο Βάργκας Λιόσα, Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς σελ. 122-123, 125, 128-129, 130-131 αποσπασματικά, μτφρ.: Μαργαρίτα Μπονάτσου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

Artwork: Tanya Miller

.

 

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: