RSS
Image

[Όλα εύκολα και όλα όμοια;] του Σωτήρη Παστάκα (e-περιοδικό bibliothèque)… και ένα σχόλιο

29 May

http://bibliotheque.gr/?p=21988

GEWLL Le-coup-de-chapeauΣτο αγωνιώδες ερώτημα “τι να διαβάσω;” που απευθύνουμε συχνά προς εαυτόν και προς τρίτους, ο “Μετέωρος Άνθρωπος” του Σολ Μπέλοου, απαντάει: περισσότερα από όσα μπορείς. Ο ίδιος αγοράζει περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, θεωρώντας ό,τι με αυτόν τον τρόπο βάζει κάποια υποθήκη στο χρόνο. Τα βιβλία που περιμένουν διακριτικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τη δική του ματιά, την υπέρτατη στιγμή που εκείνος θα τα αγγίξει, τον προστατεύουν από όλες τις κακοτοπιές του μέλλοντος. Του προσφέρουν την απατηλή αλλά μη ευκαταφρόνητη σιγουριά πως εφ’ όσον θα έχω κάτι να διαβάζω, δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα το κακό.

Αγοράζοντας λοιπόν, βιβλία με ένα ρυθμό που δεν προλαβαίνει να τα καταναλώσει, πιστεύει πως με τα βιβλία που παραμένουν αδιάβαστα, επιτυγχάνει μία πίστωση χρόνου. Ο χρόνος ανοίγεται πλέον μπροστά του, ασφαλής κι ακίνδυνος σαν ένας διάδρομος, που αμβλύνει το θόρυβο του κόσμου, αφού και τις δύο του πλευρές καλύπτουν πελώρια ράφια βιβλιοθήκης.

 

GEWLL AquariusΗ Λουντμίλα, αυτή η καθαρή αναγνώστρια του Ίταλο Καλβίνο στο “…Αν μια νύχτα του Χειμώνα ένας ταξιδιώτης”, καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο, αδιαφορώντας πλήρως να αποδώσει κάποια αισθητική εκτίμηση στα όσα διαβάζει. Μας προσφέρεται λοιπόν, ως το ιδανικότερο μοντέλο του σύγχρονου αναγνώστη, ο οποίος απέχοντας έτη φωτός από το φετιχισμό του βιβλιόφιλου (που αγαπάει το βιβλίο απλώς και μόνον ως αντικείμενο) και από τη νοοτροπία του συλλέκτη (που επιτελεί ένα έργο τακτοποίησης της προσωπικής του ζωής και νοιώθει άμεσα την υπεροψία της υστεροφημίας του), αγοράζει τα βιβλία του από το περίπτερο ή το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς του, τα διαβάζει όρθιος πολλές φορές στο αστικό ή κρυφά στις ώρες του γραφείου και τα εγκαταλείπει έπειτα ως φιάλες μίας χρήσεως σε ανύποπτα μέρη, όπως κατατρύχεται ο ευκοίλιος από την άμεση ικανοποίηση της “προσωπικής του ανάγκης”.
“Τι να διαβάσω;” Στην εύκολη εποχή μας, ένα δύσκολο ερώτημα όπως αυτό, βρίσκει τις απλούστερες απαντήσεις. Περιοδικά, εφημερίδες και έντυπα ποικίλης ύλης προτείνουν καθημερινά, πέρα από οποιαδήποτε κριτική και αισθητική αποτίμηση, καταλόγους βιβλίων για όλα τα γούστα. Βιβλία που τα διακρίνει μόλις το ένα από το άλλο, ο τυπικός τους διαχωρισμός σε “λογοτεχνία”, “αστυνομικά”, “ποίηση” και “παιδικά”, από τη στιγμή που όλα ανεξαιρέτως μοιάζουν παιδικά, γιατί είναι όλα εύκολης ανάγνωσης και τελικά όλα όμοια. Τι νόημα έχει πλέον ο υποτυπώδης διαχωρισμός τους σε είδη;

___

___

Ο Τζόρτζιο Καλκάνιο μας επισημαίνει σε ένα άρθρο του, στην εφημερίδα “LaStampa“, το όνομα του Rudolf Flesch, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αποτελούσε ήδη, εδώ και είκοσι χρόνια, το απωθημένο σκιάχτρο για όσους πιστεύουν ακόμη στο γραπτό λόγο. Μας πληροφορεί λοιπόν, πως ο Φλες είναι ο γλωσσολόγος που σε ένα διάσημο βιβλίο, “Η τέχνη της ευανάγνωστης γραφής”, υπολόγισε το δείκτη αναγνωσιμότητας του κάθε συγγραφέα. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του, ένα κείμενο διαβάζεται τόσο πιο εύκολα όσο λιγότερες είναι οι λέξεις που απαρτίζουν μια πρόταση και όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των συλλαβών της κάθε μιας λέξεως. Το παράδοξο είναι, σημειώνει ο Καλκάνιο, πως το δόγμα του Φλες δεν το ενστερνίσθηκαν οι πολιτικοί ή οι πανεπιστημιακοί, που στο κάτω-κάτω έχουν την υποχρέωση να γίνονται κατανοητοί από τους ψηφοφόρους τους ή τους μαθητές, αλλά για μεγάλη μας συμφορά, εκείνοι που φαίνεται να το ακολούθησαν πιστά είναι οι συγγραφείς. Οι συγγραφείς, γνωρίζοντας τον ελάχιστο χρόνο που τους απομένει να διεκδικήσουν από τον αναγνώστη όταν αυτός σβήσει το βίντεο, έχουν θυσιάσει τα πάντα προς τιμήν του ώστε να του προσφέρουν μια εύκολη ανάγνωση και πρέπει να πούμε ότι το έχουν καταφέρει θαυμάσια.

GEWLL Les-dieux-nont-pas-la-foi

Μήπως όμως έχουμε υπερεκτιμήσει το αξίωμα της εύκολης ανάγνωσης; διερωτάται ο Καλκάνιο. Μήπως η γραπτή σελίδα θα έπρεπε να αναχαιτίζει τον αναγνώστη αντί να του παρέχει την ελευθερία να ξεχαστεί; Μήπως η γλώσσα του συγγραφέα θα έπρεπε να ήταν μια παράβαση προς την κοινή γλώσσα και όχι η οκνηρή της υπηρέτρια;

Μπορεί το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού να εξυπηρετεί απόλυτα τις ανάγκες της εύκολης ανάγνωσης, αλλά ας μας επιτραπεί να διαβάζουμε ακόμη και κάτι πιο προχωρημένο. Κάτι που να ορθώνεται μπροστά μας κατακόρυφα, θα έλεγα, και απαιτεί την κοπιώδη αναρρίχησή μας. Κάτι που μπορεί να είναι τα δίχως τέλος βιβλία της Λουντμίλας ή απλώς μια ελπίδα να επιτύχουμε μια πίστωση χρόνου, ή έστω κάτι που να χρειάζεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος αυτής της επιφυλλίδος, “πολλαπλές αναγνώσεις” επιτέλους.

Σχόλιο: πέραν του εύστοχου που διακρίνει το κείμενο του Σωτήρη Παστάκα για τη μαζική κατανάλωση πολτού άνευ κριτηρίων, θα προσέθετα και έναν άλλο παράγοντα μακροημέρευσης της αλαζονικής υπερίσχυσης της (επιεικώς) χρυσής μετριότητας στη λογοτεχνική παραγωγή: τα εν Ελλάδι εργαστήρια της δημιουργικής γραφής.

Δε θα σχολιάσω καν το ποιοι, στο πλείστο των περιπτώσεων, εμφανίζονται ως λογοτεχνικοί φωστήρες και «διδάσκαλοι» (κάποιοι από αυτούς, στους κύκλους, θεωρούνται κίβδηλοι, ατάλαντοι και «ψώνια») : θα σχολιάσω όμως τα κείμενα των «μαθητών» τους, που παρατίθενται, σε πολλές περιπτώσεις, σε διαδικτυακές σελίδες και μάλιστα με καμάρι, κάποτε, από κάποιους «διδασκάλους».

Πρόκειται περί ολοσχερούς καταστροφής: όλα είναι κομμένα και ραμμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το στυλ δε, το οποίο φοριέται κατά κόρον, είναι το ακόλουθο: μικρές και κοφτές φράσεις με εισαγωγή κάθε φορά μίας καινούργιας εικόνας. Τίποτε άλλο!

Yπάρχει και η οδηγία, «κάνε και μία φρασούλα τώρα, για να δείξεις τα συναισθήματά σου». Δεν μπαίνω καν σε θέματα αισθητικής για τη χρήση της γλώσσας, η οποία δεν υφίσταται καν, ούτε στην ομφαλοσκοπική ημερολογιακή διάθεση ούτε στην έλλειψη παντελούς ατμόσφαιρας και στη, γενικότερη … ξέρα του κειμένου.

Η γραμμή αυτή είναι εμφανής και, φυσικά, μόνον ένας ατάλαντος θα μπορούσε να την ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα. Το ταλέντο, το οποίο γεννιέται και δεν γίνεται, δεν τρέχει στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, διότι ξέρει πώς είναι το να γράφεις. Έχει το… γονίδιο! Βεβαίως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις των ταλαντούχων ανασφαλών, αλλά αυτοί αποχωρούν γρήγορα.

Και μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιος από τους μεγάλους της λογοτεχνίας είχε παρακολουθήσει εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Έχουμε επιστολές μεταξύ ομοτέχνων για ζητήματα που αφορούν θέματα της λογοτεχνίας, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Άλλο το να συζητήσεις, έχοντας το δικό σου δρόμο, κάποια τεχνικά θέματα και άλλο να σου υποδείξουν πώς θα γράψεις. Για έναν ταλαντούχο, για παράδειγμα, είναι αυτοματισμός ο διαχωρισμός της πρωτοπρόσωπης από την τριτοπρόσωπη αφήγηση και της αφήγησης σε δεύτερο πρόσωπο. Η θεωρία έπεται της λογοτεχνικής πράξης, που σημαίνει ότι οι λογοτέχνες  είναι εκείνοι που το «καθιέρωσαν». Είναι γελοίο, το λιγότερο, να θεωρεί κανείς εαυτόν επίδοξο συγγραφέα και να μην ανακάλυψε μέσα του και μόνος του τον «αυτοματισμό» αυτόν.  

Ο τρόπος των κειμένων αυτών συμβαδίζει με τον τρόπο, με τον οποίο στα σχολεία διδάσκουμε στους μαθητές που έχουν προβλήματα έκφρασης να οργανώνουν τις φράσεις τους (κάποτε είμαστε και αναγκασμένοι να διαχωρίζουμε και να εξηγούμε ότι είναι διαφορετική μία φράση που εκφράζει σκέψη και διαφορετική μία φράση που εκφράζει συναίσθημα), και αυτό για τον απλούστατο λόγο  ότι δεν υπάρχει διαφορετικός τρόπος σωτηρίας ούτε αυτών ούτε των κειμένων τους, και πόσο μάλλον όταν καλούνται να δώσουν εξετάσεις.

Τι είναι η λογοτεχνία, έκθεση ιδεών ή ημερολόγιο δημοτικού σχολείου; Δεν σχολιάζω καν τις υπόλοιπες οδηγίες που γνωρίζω ότι δίνονται. Ρομπότ! Διότι μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.

 

 

 

Tags: ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: