RSS

Category Archives: Πεζογραφία (ελληνική)

Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά

Bill, Binia Μια ιστορία ανάμεσα στις άλλες. Το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Η φωνή σου ακούγεται απαλή, σχεδόν βελούδινη. Κάτι είναι στον αέρα σαν προαίσθημα. Η καθαρότητα των διφορούμενων λέξεων. Μετά σιωπή μεταλλική.  Σ΄ακολουθώ χωρίς δισταγμό. Μην κλαις, μην κλαις… Μια παραλία κι ένας πελαργός στη στέγη του καμπαναριού. Το ξέρεις ότι το Σάββατο θα πεθάνεις; Μη βιάζεσαι, οι μέρες περνούν γρήγορα. You are always on my mind, ακούγεται το τραγούδι ενός ξεχασμένου μεσημεριού. Μην κλαις. Το αλάτι στο δέρμα σου γυαλίζει. Ένα ακόμη καλοκαίρι στη θάλασσα, ίσως το τελευταίο. Δάκρυα από αλάτι και σκουριασμένα Σαββατοκύριακα. Η φωνή σου δεν ακούγεται πλέον καθόλου. Οι ώρες περνάνε, οι μέρες φεύγουν. Το φως εισβάλλει θριαμβευτικά. Έχει ξημερώσει. Ξέρεις τι μέρα είναι;

Σάββατο.

Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά, σελ 188, Eκδόσεις Απόπειρα, 2011

Φωτό: Bill Binia

.

 

Κούλα Αδαλόγλου, Χρυσόσκονη

Arunas Rutkus  - Tutt'Art@ (44)

Το βράδυ τη βρήκε να κολυμπάει στα πλούσια σκεπάσματα της Δωροθέας, η ευωδιά από την αγάπη της και από τη λεβάντα της σιφονιέρας της ήταν το καλύτερο χαλαρωτικό για την περίπτωση.

Μεγαλώνουμε ποτέ; Χόρτασε τον ύπνο, ξημέρωνε και σκεφτόταν με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Πάντα ψάχνουμε μια αγκαλιά να χωθούμε, όταν βρούμε τα σκούρα. Πού απαγκιάζουν οι μεγαλύτεροι; Η μάνα μου, ας πούμε. Ή η Δωροθέα. Ίσως σε μας, τα παιδιά τους, θέλουν να χαϊδευτούν. Μόνο που εμείς συνήθως τρέχουμε, κλεινόμαστε στα δικά μας και δεν έχουμε ούτε χρόνο ούτε ζεστασιά να τους δώσουμε. Δεν ήρθα σε σένα, μητέρα. Δεν θα μου νανούριζες την ανησυχία. Στη γιαγιά Δωροθέα έτρεξα. Κάτι λέει αυτό. Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι είναι ευτυχία. Είσαι ευτυχισμένη, μητέρα, με το γάμο σου, τον φαινομενικά ισορροπημένο; Δεν θέλησες ποτέ περισσότερη ένταση από τον πατέρα, που τόσο εύκολα υποτάχτηκε στη δύναμή σου; Κι ο πατέρας; Ευτυχισμένος άραγε που φόρτωσε όλες τις πρωτοβουλίες σε άλλον, πάντα χαλαρός, ή αναγκάστηκε και πιέζεται, θα ξεσπάσει κάποια στιγμή; ποιος ξέρει. Ακυρώθηκες, πατέρα, δεν μπορώ να βασιστώ πάνω σου, μόλο που βλέπω στα μάτια σου την κατανόηση. Πάρε με μια φορά κατά μέρος και πες μου μια λέξη «τράβα το» ή «σταμάτα τις κουταμάρες», από σένα θα έχει αξία, δεν έχεις εμπλακεί στις συμβάσεις της μαμάς, γιατί δεν το κάνεις; Γιατί δε με βοηθάς;  Τι είναι αγάπη;

aaron board 810Έρωτας, λέμε στην αρχή, γίνεται ύστερα αγάπη και φιλία. Ωραία τα βολέψαμε, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, θρησκεία. Κι αν δεν είναι έτσι; Και κάποιοι έρωτες είναι αλλιώτικοι απ’ τους άλλους; Κι αν αξίζει να τους ζήσεις, έστω κι αν δεν γίνουν στη συνέχεια αγάπη; Και ποιος το ξέρει αν δεν μείνουν πάντα έρωτες. Θυμάμαι τον Κοσμά Πολίτη, όταν διάβαζα με μανία λογοτεχνία στην εφηβεία μου. Ο έρωτας, για να μη φθαρεί, πρέπει να μη γίνει ρουτίνα. Οι πραγματικά ερωτευμένοι πρέπει να χωρίζουν. Δε συμφώνησα, από τότε. Ωστόσο έχω πάντα σφοδρή την επιθυμία να επισκεφτώ το Λεμονοδάσος στον Πόρο, ένα τάμα στον έρωτα. Και τώρα μου φαίνεται θα ακολουθήσω την αντίθετη πορεία, πίσω στην πρώτη αγάπη που δεν έζησα. Μεγαλώνουμε ποτέ; Η Δωροθέα κοιμάται σαν πουλάκι, ασφαλής από την παρουσία μου στο σπίτι. Θα ετοιμάσω πρωινό και θα τη φωνάξω. Έχω μια μεγάλη αγκαλιά να της δώσω. […]

ac210424fe0dd6540430148ff36f0ac7Γυρίζοντας στο διαμέρισμά της μετά την επίσκεψη στη γιαγιά Δωροθέα και τα όσα διαδραματίστηκαν εκεί, η Ειρήνη νόμιζε πως είχε πάρει τις αποφάσεις της. Άνοιξε τον υπολογιστή της και βρήκε, ανάμεσα σε δεκάδες βλακείες και σκουπίδια για βιάγκρα, βελτίωση της ερωτικής επιθυμίας, ρολόγια και αγορές ευκαιρίας, να την περιμένουν δύο μηνύματα: ένα του Χάρη και ένα του Τέλη.

Το μέιλ του Χάρη:

Ειρήνη μου, σε φιλώ και θέλω να σου πω πως θυμάμαι με πολλή αγάπη τις ωραίες στιγμές που περάσαμε στον Αρμενιστή. Φυσικά, με ξέρεις καλά, δε θα σου έγραφα μόνο γι’ αυτό. Πιστεύω πως η απόφασή σου να χωρίσουμε ήταν βεβιασμένη. Πόσο μάλλον που τα δεδομένα άλλαξαν. Η μαμά δε ζει πια. Λυπήθηκα πολύ, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ξέρω ότι κι εσύ θα στεναχωρηθείς, γιατί είσαι καλός άνθρωπος. Μη με πάρεις μόνο για να με συλλυπηθείς. Τηλεφώνησε ή στείλε μου μήνυμα, γιατί μπορούμε τώρα να κάνουμε μια καινούρια αρχή. Μια ζωή για τους δυο μας, όμορφη ζωή, χωρίς έγνοιες. Θα κάνουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλο. Τίποτα δεν υπάρχει για εμπόδιο ανάμεσά μας. Σε παρακαλώ, δες το ξανά κι ας ανταμώσουμε να τα πούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας.

Jos de Mey036-jpg

Το μέιλ του Τέλη. Είχε έναν επισυναπτόμενο φάκελο. Με ένα παραμύθι.

Η χρυσόσκονη που σκότωσε την πεταλούδα. Ζούσε μια φορά, σε έναν πολύ όμορφο κήπο μια πεταλούδα. Ήταν πολύ όμορφη με πολύχρωμα φτερά. Την είχε αγαπήσει όλη η οικογένεια που είχε το σπίτι με τον κήπο. Μα πιο πολύ την αγαπούσε το παλικάρι της οικογένειας, την είχε ερωτευτεί. Μια μέρα κατέβηκε στον κήπο κρατώντας ένα κουτάκι. Έλα, της είπε, κι εκείνη κάθισε πάνω στο χέρι του. Είσαι τόσο όμορφη, σου έφερα ένα δώρο. Άνοιξε το κουτάκι κι ο τόπος έλαμψε. Είχε φέρει χρυσόσκονη! Θα σε στολίσω να γίνεις ακόμα πιο ωραία, λαμπερή, αστραφτερή, το πιο πολύτιμο και όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Και την πασπάλισε με χρυσόσκονη. Τα φτερά της πεταλούδας έλαμψαν κάτω από τον ήλιο. 

Όμως, αν βάλεις κάτι ξένο πάνω στα φτερά της πεταλούδας, χάνουν την ελαστικότητά τους και καταστρέφονται. Η όμορφη πεταλούδα βάρυνε, μαράθηκε και ύστερα από λίγο πέθανε.

 Στο κυρίως μήνυμα έγραφε:

Ρηνούλα, γιατί δε με πήρες τηλέφωνο και ρωτάς από δω κι από κει για μένα; Λοιπόν, σου έγραψα αυτό το παραμύθι. Συγχώρεσέ με για τα λάθη που μπορεί να έχει, τα γράμματά μου ως γνωστόν είναι μέτρια. Δεν είμαι πεταλούδα, δεν ταιριάζει μάλλον σε άντρα, δε θέλω τη χρυσόσκονη κανενός. Προτιμώ την ελευθερία μου, ας πούμε σαν το πουλί. Φεύγω στο Λίβανο, με μια μη κυβερνητική οργάνωση, την Technical Aid, για να βοηθήσω στην ανασυγκρότηση της περιοχής. Έγινε τόσο κακό εκεί, που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Αν θελήσεις λοιπόν ξέρεις πού θα με βρεις.Εσύ ζηλεύεις τη χρυσόσκονη;

Σε φιλώ, Τ.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher escher2-123_twon

Για δες πώς έρχονται τα πράγματα, μονολόγησε. Σαν να σε σπρώχνουν εκεί, στο βόλεμα, στο κοινωνικά αποδεκτό της μαμάς. Τι καλύτερη εκδοχή από αυτή του Χάρη; Νοικοκυρεμένη, καθαρή, ευθεία, χωρίς επικίνδυνες στροφές.

Γεια σου, βρε Τέλη. Το μήνυμά σου είναι σαφές. Θα σε σκέφτομαι. Θα’ ταν καλά να ’ρχόμουν μαζί σου, αλλά αυτή τη στιγμή δε γίνεται. Πτυχίο, ύστερα αγροτικό, ειδικότητα… Πού να τα αφήσω; Τι θα γίνω μετά; Τι μου λες για το παραμύθι; Το παραμύθι μου είσαι εσύ. Το παλικάρι που πάει να περάσει τα εμπόδια. Εδώ είμαστε, σε αυτό το σημείο. Αν θα πάρει την πριγκιποπούλα, αν θα συνεχίσει να την αγαπά, αν δε βρει κάποια άλλη στο δρόμο του, αν κι αυτή τον περιμένει, αυτό ακόμα δεν το ξέρουμε. Θα δείξει του

απάντησε στο δικό της μέιλ. Ύστερα έκανε delete στο μήνυμα του Χάρη. 

  Ένα μάθημα μού έμεινε για το πτυχίο. Έντεκα εβδομάδες καταλήψεις, αυτήν τη χρονιά, με πήγαν πίσω. Δεν τα βάζω όμως με τα παιδιά. Ξέρουν τι κάνουν. Διαδήλωσα μαζί τους, ξενύχτησα στη σχολή για την περιφρούρηση της κατάληψης. Ξύπνησε το κομμάτι αυτό του εαυτού μου που είχε γεννηθεί με το Μάριο και φαινόταν πως είχε κλείσει με το χωρισμό μας και με το, ας το πούμε, ατύχημά μου. Με καθυστέρησαν, αλλά είχα καιρό να σκεφτώ. Έβαλα πάλι στη ζυγαριά τα θέλω από τη μια και τα πρέπει από την άλλη. Οι προσδοκίες των γονιών μου και οι επιθυμίες οι δικές μου. Η παλιά μου αγάπη για τις κοινωνικές επιστήμες. Και για την έρευνα. Και πού μπορούν να συνδυαστούν. Και ο περίγυρος: η ελληνική πραγματικότητα.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher  escher2-112_twonΤα χρόνια αναμονής για την ειδικότητα. Αβάσταχτα πολλά. Χάνεις το δημιουργικότερο κομμάτι της ζωής σου, μίζερα και υποταχτικά. Αποφάσισα να δω τι παίζει στο εξωτερικό. Περνώ άπειρες ώρες στο διαδίκτυο αναζητώντας σχολές και προοπτικές. Τα δεδομένα συγκλίνουν για Αγγλία ή Σουηδία. Στη Σουηδία, μάλιστα, μια ειδικότητα που συνδυάζει την ιατρική με την κοινωνική προσφορά, η ειδικότητα του οικογενειακού γιατρού σε νέα διάσταση, με συνεπαίρνει. Δε θέλω να μείνω σε άλλη χώρα, κάποια χρόνια μόνο, ας μην το σκέφτομαι όμως αυτό τώρα, γίνεται τροχοπέδη… Λέω να ετοιμάσω τα χαρτιά μου. Αύριο κιόλας.

(απόσπασμα)

Κούλα Αδαλόγλου, σελ. 112-113 και 117-121. Από τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, εκδ. Ταξιδευτής, 2012 

Πίνακες: Arunas Rutkus, Aaron Board, Jos de May, M.C. Escher

.

.

 
Image

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

O Δημήτρης μου αγαπούσε ανέκαθεν τα σκυλιά. Κάθε φορά που είχε άδεια, ερχόταν λιγότερο για να δει εμάς και περισσότερο για να παίξει με τη Χιόνα. Της είχε μάθει διάφορα κόλπα: της πετούσε μια παντόφλα στην αυλή και πήγαινε τρεχάλα και του την έφερνε. Της έλεγε «Σούζα!» κι αυτός ο σατανάς σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και δεν κατέβαινε επ’ ουδενί λόγω αν δεν της έλεγε «Κάτω». Τύφλα να ’χουν τα σκυλιά των τσίρκων. Μα η στρίγκλα η νοικοκυρά δε χώνευε σκυλιά. Άρχισε την γκρίνια: τη μια παραπονιόταν πως είχε τσιμπούρια, την άλλη πως είχε εχινόκοκκους. «Βασιλάκη!» φώναζε στο γιο της επιδεικτικά για ν’ ακούσω εγώ.  «Έλα, παιδί μου, απάνω, μην πας κοντά σ’ αυτό το κοπρόσκυλο και κολλήσεις χιονοκόκκους!…» Γκρίνιαζε ότι πήγαινε το σκυλί και κατουρούσε στο περιβόλι και μαραινόντουσαν οι ήλιοι της. «Τι ήλιους και κουραφέξαλα κάθεσαι και μου συζητάς, κυρία Μαργαρίτη μου, της λέω μια μέρα. Σε κουβέντα δηλαδή να βρισκόμαστε; Φτάνει ήλιος μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για ν’ αναπτυχθούνε ήλιοι;» Για να μη νομίζεις, κυρία μου, είπα μέσα μου, πως είσαι μόνον εσύ έξυπνη και κάνεις πνεύμα και λογοπαίγνια. Στο τέλος μ’ απείλησε πως αν δεν το ’διωχνα, θα του ’δινε φόλα. «Ας τολμήσει να του δώσει φόλα», μου λέει ο Δημήτρης όταν του το ’πα, «και θα δει πόσ’ απίδια έχει ο σάκος!» «Kράτα το νταηλίκι σου για τον εαυτό σου, παλικαρά μου!» του λέω. «Δεν έχω όρεξη για μπελάδες. Αρκετά έχεις κηλιδώσει το μητρώο σου . Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ξέρω εγώ να σ’ τη συγυρίσω».

.

.

aleah Chapin This-and-That-2012-Oil-on-canvas-30-x-30-inches

.

H κατάλληλη στιγμή δεν άργησε νά ’ρθει. Μια μέρα είχε βγει στη σκάλα της υπηρεσίας και μου ’ψελνε τον αναβαλλόμενο. «Δεν μπορούμε πια να ησυχάσουμε μ’ αυτό το βρωμόσκυλο!…» και τα λοιπά και τα λοιπά. Στην αρχή έκανα τον κουφό. Μα όταν είδα ότι ήθελε σώνει και καλά να της απαντήσω, βγαίνω στην αυλή, σηκώνω τη ρόμπα μου, και δε φορούσα ούτε βρακί από κάτω, και της αμολάω μια πορδή, πρρρ!!! Πού τη βρήκα, βρε Νίνα μου; Ούτε παραγγελιά να την είχα. Και της λέω: «Iδού η απάντησίς μου, κυρία Μαργαρίτη μου, και εις την μητρικήν σας γλώσσα!» Kαι μπαίνω μέσα και της χτυπάω την πόρτα στα μούτρα…

«Το ’κανες αυτό, βρε κυρα-Eκάβη; Σήκωσες τη ρόμπα σου;»

.

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, σελ. 111-112, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

.

Πίνακες: Aleah Chapin

.

.

.

.

.

.

.

 

Tags:

Image

Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο

. Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, σελ. 44-47, Εκδόσεις Άγρα, 1992

Έτσι, ενώ ως παιδί υπήρξα χαρούμενη και όλες οι φωτογραφίες μου με δείχνουν ευτυχισμένη, μετά μελαγχόλησα. Μου ήρθε πολύ βαρύς αυτός ο εγκλεισμός και ίσως μου έδωσε μία λάθος εικόνα για τη ζωή. Όλα ήσαν αμαρτία μεγάλη. Όλα. Αφού και στα βιβλία ακόμη βάζανε μπάντες. Στα βιβλία πι-χι της Ντελύ, τα οποία είναι τα πιο ανώδυνα που μπορείς να φανταστείς. Άμα πλέον οι νέοι ερωτεύονταν και φιλιόντουσαν. Βάζανε μία μπάντα εκεί, οπότε εμείς τα παίρναμε κρυφά στους κοιτώνες και τα κρατούσαμε αντίθετα προς το φως, ψάχνοντας γι’ αυτό το φιλί απ’ όλες τις άκρες. Όχι δεν ήταν λαγνεία. Ήταν μια κανονική φυσική περιέργεια. Ούτε κάναμε τίποτα. Δεν μπορώ να πω για τις άλλες, πάντως όχι εγώ. Ούτε και για τις καλόγριες ξέρω τι έκαναν. Ίσως μία να ήταν λεσβία. Ίσως, γιατί κάποια φίλη μου, η Κατρίν, είπε στους γονείς της ότι εκείνη τη χάιδευε. Την έπιανε και τα λοιπά. Οπότε ξέσπασε ένα σκάνδαλο, αλλά τι γινόταν μεταξύ τους δεν ξέρω. Μπορεί και να μη γινότανε τίποτα. Όμως αυτό που είπες δεν το έμαθα, όχι. Τουλάχιστον τότε. Επίδοση ανάγκης. Το είπες ωραία∙ αλλά θα μπορούσε να είναι και επίδοση μοναξιάς, γιατί το δοκίμασα αργότερα. Πολύ αργότερα και κάτω από άλλες συνθήκες. Από πλήξη. Από βαρεμάρα, και όταν δεν υπήρχαν καν λόγοι. Μόνο που αυτό δεν σου δίνει χαρά. Σε ανακουφίζει απλώς. Σπαράζεις μια στιγμή, σα να χωρίζονται τα κύτταρά σου στα δύο μέσα στο σκοτάδι τους, και μετά νιώθεις άδειος τελείως και ακόμα πιο μισός από πριν. Τέτοια απελπισία. Αλλά μπορεί και να ψεύδομαι εδώ. Δεν ξέρω. Μπορεί να είναι αυτό το περίεργο πράγμα, αυτές οι δυσκολίες που είχα ανέκαθεν. Γιατί ενώ ανακάλυψα το σεξ νήπιο σχεδόν, έρωτα πρωτοέκανα αργά. Αργά ακόμα και με τα μέτρα της εποχής μου. Στην Ιταλία με κάποιον που δεν είμαι σίγουρη ότι μου άρεσε. Αλήθεια δεν μου άρεσε, και είχα συμπληρώσει τα είκοσι τρία. Αυτή η πρώτη φορά που λένε ότι σε σφραγίζει. Κολοκυθόπιτα. Για μένα ήταν απόφαση παρμένη με το μυαλό και κανένα ίχνος δεν έχει μείνει επάνω μου. Καμία συγκίνηση, ή έστω η ανάμνησή της. Ούτε και κανένα σοκ, όπως με το δόντι μου αίφνης. Το πρώτο δόντι που έπρεπε να φτιάξω, και ήταν περίπου την ίδια εποχή. Το είχε χτυπήσει τερηδόνα, και δεν εννοώ το φόβο του τροχού ή τον πόνο, γιατί δεν πόνεσε διόλου και άλλωστε χρειάστηκε να φτιάξω και άλλα δόντια αργότερα. Εννοώ αυτό το παράξενο συναίσθημα που κράτησε ένα μήνα περίπου. Ήταν η πρώτη «ρωγμή» και, παρόλο που είχε αποκατασταθεί τόσο ανώδυνα, για μερικές ημέρες η γλώσσα μου πήγαινε από μόνη της, ξανά και ξανά ερεθισμένη, στο ίδιο σημείο. Ερεθισμένη και ενοχλημένη από το αδρανές ξένο στοιχείο που είχε σφηνωθεί στον οργανισμό μου, αλλά είχε σφηνωθεί και στο εγώ μου επίσης, σαν αγκάθι φραγκόσυκου, και μου πήρε ένα μήνα να το ξεχάσω. Δεν ξέρω. Και όλα αυτά είναι τόσο ιδιωτικά. Δεν ξέρω αν ήμουν ένας άνθρωπος πολύ αισθησιακός. Πρέπει να αγαπάω κάποιον για να μπορέσω να λειτουργήσω. Και τώρα είναι πλέον σαν να έχει κλείσει ο κύκλος και έχω τόσα σφραγίσματα.

.

Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, σελ. 44-47, Εκδόσεις Άγρα, 1992

Photo 2η : Henri Cartier-Bresson

.

.

.

.

.

 

Tags:

Image

Ανδρέας Εμπειρίκος, Tα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων, Αργώ ή Πλους αεροστάτου

Paris 8Αίφνης, ο καβαλλάρης σήκωσεν ολίγον την κεφαλήν του, διά να ιδή το πρόσωπον της ασπαιρούσης νεάνιδος, της οποίας η έκφρασις ήτο εκστατική, όπως και προ ολίγου, όταν, ακουμπισμένη στον κορμόν του δένδρου, ητένιζε τον ουρανόν με τα μάτια της άνω εστραμμένα. Την στιγμήν εκείνη, ο ιππεύς, επιθυμών διακαώς να ασπασθή την ηδονιζομένην κόρην, παραμέρισε εν σπουδή τον κεφαλόδεσμόν του, δια να ελευθερωθούν τα χείλη του. Έτσι απεκαλύφθη τελικώς το πρόσωπόν του. Ρίγος ισχυρόν συνεκλόνισε τον καθηγητήν της ιστορίας. Αλλά την στιγμήν ακριβώς που επρόκειτο να εκσπάση εις αράς και κατάρας, μεμφόμενος εκ νέου τον εαυτόν του, ήκουσε να θροΐζουν πλησίον του τα φύλλα των δένδρων και να τρίζουν τα κλαριά, σαν να είχε σηκωθή, αιφνιδίως, άνεμος δυνατός. Ο ντον Πέντρο έστρεψε την κεφαλήν του να ιδή τι συμβαίνει. Ένα πλάσμα ευρύστερνον, ένα δασύμαλλον και ηλιοκαές πλάσμα στιβαρόν, με μάτια γαλανά εκτάκτου και εκθαμβωτικής στιλπνότητος, σταμάτησε πίσω από τους θάμνους, εις μικράν απόστασιν από τον εξώστην, και τον εκοίταξε καρφωτά, με ένα παράξενο πλατύ μειδίαμα στα χείλη. Ανάμεσα από τα σκέλη του ξεφύτρωνε σαν ογκώδης ωρθωμένη ράβδος, μέσα από κόκκινες τρίχες σγουρές, ένα μεγάλο και βαρύ πέος σηκωμένο, βαρύ και ωστόσο ελαφρύ συγχρόνως, ένα μεγάλο πέος με πορφυρένια κεφαλή. Έπειτα σαν ξαφνικό ραγάνι που ξεσπά σε πλήρη νηνεμία, ή σαν φωνή αλέκτορος που διακόπτει απότομα τη σιγαλιά ενός κάμπου, ξέσπασαν γέλωτες σαν ήχοι από πνευστά και επανωτές κραυγές θριάμβου. Για ένα λεπτό σταμάτησε ο Παν.

redon.eye-balloonΈπειτα, με ένα πελώριο πήδημα, δρασκέλισε τους θάμνους και εξηκολούθησε το δρόμο του, με απίστευτα σκιρτήματα και αφάνταστες ιαχές. Ο ντον Πέντρο Ραμίρεθ, που ευρέθη προ ενός λεπτού εις το μεταίχμιον της λιποψυχίας, εις το μεταίχμιον της αυτοκατηγορίας, ησθάνθη πάλι το αίμα του να σφύζη σαν σίφουνας θερμός, και ρίχνοντας γύρω του μια ματιά, με το ηράκλειον σώμα του ωρθωμένο, με το μεγάλο πέος σηκωμένο, με τα ρουθούνια του διάπλατα ανοικτά, εκραύγασε εις την σιγήν του κτήματός του, ενώ η ψυχή του ανέβαινε στα χείλη του: «Kαρλόττα μου! Καρλόττα μου! Ο Μέγας Παν δεν πέθανε! Ο Μέγας Παν δεν πεθαίνει!» και έξαλλος ώρμησε προς τα χωράφια, με γέλωτας, με ιαχάς.

                                    

                                     Πίνακας: Odilon Redon

Ανδρέας Εμπειρίκος, Tα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων,Αργώ ή Πλους αεροστάτου, σελ. 85- 87. Εκδόσεις Άγρα 2012. Εισαγωγή- επιμέλεια: Γιώργης Γιατρομανωλάκης

.

 

Tags:

Image

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Μελετούσα τότε πολύ. Και μολονότι είχα αποτραβηχθεί από κείνο το ανεκδιήγητο μουσικοθρησκευτικό σύλλογο, οι λέξεις εξακολουθούσαν να είναι για μένα τα μόνα υπάρχοντά μου, ο μόνος τρόπος που ερχόμουν σε κάποια επαφή με τα πράγματα. Μ’ αυτές άγιαζα και μ’ αυτές αμαρτούσα. Δε φρόντιζα καθόλου να τις επιβεβαιώσω και μερικές, αλίμονο, δε θα τις επαληθεύσω ποτέ. Όταν έπιανα στο χέρι μου λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες, αμέσως άνοιγα τις λέξεις τις αμαρτωλές. Νομίζω πως η τάση μου αυτή δεν ήταν από ψυχική φθορά ή παρακμή, προερχόταν μάλλον απ’ τη φοβερή ηλικία. Είχα βρει κι εγώ κάποια διέξοδο, μια κι είχα τόσο τρομοκρατηθεί για τις πράξεις.

Θα ’ταν κατά το τέλος της περιόδου αυτής, όταν σταμάτησα μια μέρα εκστατικός μπροστά στο λατινικό ρήμα munio, που σημαίνει οχυρώνω, προφυλάγω, σκεπάζω. Ο ήχος του, μα και το νόημά του, μου έκαναν εντύπωση βαθιά. Δεν το ομολογούσα όμως σε κανέναν απ’ τους ελάχιστους γνωστούς ή φίλους μου. Ruth ORKINΦύλαγα ζηλότυπα το εύρημά μου, αμαρτάνοντας διαρκώς μαζί του πνευματικά. Ακόμα και στον ύπνο μου ψιθύριζα  με αγαλλίαση τους αρχικούς χρόνους: munio, munivi ή munii, munitum, munire. Και δώσ’ του κάθε τόσο να κοιτάζω τη γραμματική για πώς κλίνεται το ένα και το άλλο, με αποτέλεσμα την τέταρτη συζυγία να τη μάθω καλύτερα απ’ όλες τις άλλες. Πάντως, ο νους μου δεν πήγαινε στο κακό ή σε τίποτε συγκεκριμένο. Λίγο αργότερα, όταν άρχισαν εναντίον μου οι ερωτικές επιθέσεις και οι προξενιές, το ρήμα αυτό το έκανα μυστηριωδώς αμυντικό σύνθημά μου, όχι βέβαια για τον ήχο του μα για την έννοια του. Μόλις πρόφερα μυστικά munio, όλα τα κακά θαρρείς και διακορπίζονταν από μπροστά μου.  (…) Πάντως ωραίος δεν ήμουν για να πολυπιστέψω πως με επιθυμούσαν όλες αυτές που μου ρίχνονταν. Άλλωστε,  μου το λέγαν πλάγια κι οι ίδιες, όταν κάθε τόσο δήλωναν πως στον άντρα η ομορφιά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Επομένως άλλα προσδοκούσαν. Κι όμως εμένα τίποτε άλλο δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Μόνον αν έβλεπα στα μάτια τους την αληθινή ερωτική λάμψη, θα παρατούσα ίσως και τα ξόρκια και τους ενδοιασμούς και όλα.  (…) Όταν καταλάγιασαν κάπως οι ερωτικές, ας πούμε, επιθέσεις, άρχισαν απανωτές οι προξενιές. Μόλις αρραβωνιάζονταν ή παντρεύονταν καμιά από τις πολυάριθμες αδερφές μου, φούντωνε για αρκετό διάστημα το ενδιαφέρον πολλών και για το μέλλον το δικό μου.

Ruth Orkin 3Άνθρωποι απλώς γνωστοί ή και άγνωστοι δεν μπορούσαν, λέει, να ησυχάσουν εξαιτίας μου νύχτα και μέρα. Όταν μάλιστα παντρεύτηκε κι η τελευταία αδερφή μου, τότε ήρθαν σχεδόν για να με παραλάβουν. Και δεν το χωρούσε το μυαλό τους, πώς δεν ήμουν ολοπρόθυμος, τώρα που έκανα το χρέος μου το αδερφικό, να φορτωθώ και τα δικά τους βάρη, που ειδικώς για μένα τόσα χρόνια κόντευαν να πουν ότι τα κουβαλούσαν. Και τι υποσχέσεις ήταν εκείνες, τι γαλιφιές, τι οικειότητες και ταξίματα! Ευτυχώς σ’ αυτό το θέμα δεν υπήρξα διόλου ευγενικός. Μόλις οσμιζόμουν τον κίνδυνο, σήμαινα συναγερμό σ’ όλη την επικράτεια, έριχνα το μαγικό σύνθημα munio, το έκλινα σαν επωδή σ’ όλους τους χρόνους, τις φωνές και τις εγκλίσεις, κι άρχιζα να μάχομαι στα munimenta, παναπεί στα οχυρωματικά. Μαχόμουν από γραμμή σε γραμμή, προσέχοντας τη στιγμή της ξεκάθαρης πρότασής τους να μην τους θίξω. Όταν όμως επιμέναν πολύ, οπισθοχωρούσα στον τελευταίο και απόρθητο προμαχώνα μου, κραυγάζοντας με πείσμα: «Δεν τη θέλω!» (…)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια), σελ. 52-54 (αποσπασματικά), εκδόσεις Κέδρος, 1988

Φώτο: Ruth Orkin  http://www.orkinphoto.com/

.

 

Tags:

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

Σύντας το ευνίον των θηλυκών είναι από φυσικού του μυστικόν, κρυψίνου και χαώδες και την μία σε κουκουλώνει υγρότατα ωσπού να σε κρούψη εις την κοίτην του και την άλλην σε έχει πάνυ στεγνόν και αυχμηρόν, ως εν τη ερήμω, κάμνε ετούτο και θέλεις ευφραίνεσαι παντοτινά όπως ο έγχελυς χαίρεται εις τα ποταμάκια και τα πτερωτά εις τα λοφάρια. Απόγδυσε τη γυναίκα καλά και εισέ κάθε ρουχαλάκι όπου αφαιρείς από πάνω τση λέγε της ασιγανά τον ύμνον της ραφής και το τραγώδιον του βελονίου και το άσμα του μεταξωτού και του καμουχά, όπου επτά ημέρας το εποιούσαν και δεν αποτέλειωνε. Απείτις την εγδύσης και τήνε τραγωδήσης ως πρέπει, σταύρωσέ την από πάνω ίσαμε κάτω, και από κοιλίας έως εις τα οστάρια των πλευρών της να φύγη ο εσφιγμένος άνεμος των ενδυμάτων και των λωρίων. Ύστερα πες τση είτε να σου έρθει ανάσκελα και ανοικτά είτε μπρούμυτα και κλειστά και σάλιωσέ την πλήρως και ευλαβικά και είτα (μετά ώρας β’) έβαλε το δακτυλάκι της εις τα χείλεά σου και δος τη να πίη καλώτατα διά την ομοίωσιν των υγρών, όπου οι παλαιοί το έλεγαν αμοιβαδόν.  

Βιβλίον καλούμενον «Ερωτικόν », συντεθέν παρά Γεωργίου Γιατρομανωλάκη του Κρητός. (σελ. 99, κεφ. 19 Πώς να κάμνης ευνίον να υγραίνεται έως ρεύσεως μυστικής/ απόσπασμα).

Φωτό: Sheila Metzner

.

.

 

Tags:

Image

Σάκης Σερέφας, Το μάταιο με θέα (Πορνείας το ανάγνωσμα)

LEGS c81f01bf

Εκείνη τη χρονιά, η πόλη είχε γεμίσει πόρνες. Φτηνές, πρόθυμες, φανατικές πόρνες. Τα μεσοφόρια τους ανέμιζαν στις δημοσιές, στα πάρκα, στους αυλόγυρους των εκκλησιών, κάνοντας τους άντρες να παραληρούν, τα βρέφη να μορφάζουν, και τα γατιά να ξύνουνε με τα νύχια τους τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων μέχρι να στάξει σκουριά. Ο αέρας μύριζε μελάνι και οι μασχάλες τους χαρτί. Οι καλές κυράδες παραμέριζαν με αηδία στη θέα τους και γυρνούσαν στο σπίτι όλο γινάτι να κοπανίσουνε γυαλί μες στις φακές που βράζαν στο ζουμί τους. Οι αυλές των σχολείων καγκελώθηκαν ανελέητα, τα νοσοκομεία προσέλαβαν φρουρούς που βλοσυρούσαν ντούροι στην είσοδο νύχτα-μέρα, τα νεκροτομεία αμπαρώθηκαν με νταβραντισμένες σιδεριές, ε ναι λοιπόν, οι πόρνες αυτές ήταν αδίστακτες. (…) Ναι, τον καιρό εκείνο, τα γράμματα τα είχανε για ντροπή στην πόλη όπου μεγάλωνα, ήταν λέει σημάδι εκφυλισμού να κυλιέσαι στα σεντόνια ενός μυθιστορήματος ή να φτιάχνεις στίχους που να σαρώνουν χαρατζάτα τις σκωταριές της ψυχής σου, γιατί όλα αυτά σε κάνουν χλαπάτσουρα, παρλιακό και χλωμιασάρη. LEGS c34e22ffΓλέντα τη ζωή με θάρρος, γιατί ναι αναλφάβητος ο χάρος, έλεγε το σουξέ της εποχής, που τραγουδιόταν βιμπράτο στις γιορτές μυδοπίλαφου και κουτσομούρας ή στους αγώνες τσιπουροποσίας τις οποίες οργάνωνε ο δήμος της πόλης τακτικά σε πλατείες και πεζοδρόμους. Κάποια λιγοστά βιβλιοπωλεία που δεν είχαν μεταλλαχτεί σε μεγαλογυράδικα προσπαθούσαν να ξεπουλήσουν το στοκ λογοτεχνίας που τους είχε απομείνει, ενώ τα δυσεύρετα νέα βιβλία κινούνταν χέρι-χέρι, με περιτύλιγμα πολίτικου παστουρμά, ώστε ο κάτοχός τους ν’ αποφύγει τις ροχάλες των συμπολιτών του καθ’ οδόν προς το γιατάκι του. Όσο για τους συγγραφείς, τύλιγαν τα διπλόπιτα πίσω απ’ τον πάγκο, μουστάρδα-κέτσαπ βάζω; και φουντούλωναν τα κάρβουνα με το σεσουάρ, φορώντας τ’ αντερά τους καλτσοδέτες. Άσκοπος α λώβα, μα συνέβαινε. Να λοιπόν η Σούλα καθώς πλησιάζει. Με τα μαλλιά της κοντά κουρεμένα καρέ να τσιγαρίζουν τον ήλιο μες στις ξανθιές τους ανταύγειες, με τα πράσινα μάτια της, με τις αντσούγιες της, με τα όλα της. Είπα με τις αντσούγιες της γιατί, όπως όλοι σας βλέπετε, κρατά στο δεξί της χέρι ένα μεγάλο στρογγυλό μεταλλικό κουτί με αντσούγιες Καλλονής. Πλησιάζει στο παγκάκι μας, κάθεται ανάμεσά μας, κοιτάζει εμένα, λήγω επιτόπου, κοιτάζει το ανστουζόκουτο, παφλάζει επιτόπου, κοιτάζει τον Αρίστο, κιμαδιάζεται επιτόπου, και του ψιθυρίζει «Θέλεις;» (…) Βρίσκεται τώρα καθισμένη στο κρεβάτι κι έχει δίπλα της το κουτί με τις αντσούγιες, ενώ ο θείος κάθεται σε μια καρέκλα απέναντί της. Κάτι λένε. Κοπιάστε ν’ ακούσετε. (…) Α: Είσαι καιρό στην πιάτσα; Σ: Πέντε μήνες Α: Φοιτήτρια;  Σ: Φιλολογίας Α: Kαι πώς σου φαίνεται αυτή η δουλειά; Σ: Μας κυνηγάνε πολύ, δεν ξέρω αν θα συνεχίσω (…) Σ: Πού προτιμάς; Α: Στο κρεβάτι Σ: Είμαι καλή, θα δεις Α: Έχουμε τίποτα το σπέσιαλ σήμερα; Σ: Δεκαοχτάρα και αβάδιστη. Θα ’σαι ο πρώτος της (…) Α: Θέλω να πιάσω Σ: Μη βιάζεσαι Α: Θέλω να μυρίσω Σ: Σε λίγο. Η Σούλα άπλωσε το χέρι της και ξεβίδωσε το αντσουγόκουτο. Έβγαλε από μέσα του ένα μάτσο χειρόγραφα και τα ’βαλε στη χούφτα. (…) Σ: Είναι το πρώτο της διήγημα. Είσαι ο πρώτος της αναγνώστης. Το πρωί μου το ’δωσε. Και τσιμουδιά σε κανέναν. LEGS 37fa29d5Άρχισε να διαβάζει αργά, με καθαρή φωνή και απαλές αναπνοές, που ταξίδευαν τις φράσεις με το αέρινο σκάφος τους μέχρι τα άνηβα αυτιά μου, μετατρέποντας το κορμάκι μου σ’ έναν τριχωτό βιοπουρέ. Οι λέξεις έμπαιναν στο πλυσταριό και διακόρευαν την έλαινα του μυαλού μου, η οποία έβοσκε μέχρι εκείνη τη μέρα μόνο κουτσουλιές και θολό κάτουρο μες στο λογοκότετσο αυτής της πόλης όπου ζούσα έντεκα χρόνια τώρα. Η φωνή της Σούλας τραγάνιζε το ξεροκόματο της ψυχής μου, ενώ την ίδια στιγμή στη θέση του φούσκωναν αμπντάλικα τσουρέκια, γκοτζαμάν βουτυρωμένα αφρολέξ ζυμαριού που ξεχείλιζαν πάνω σε ταμαχιάρικα τραπέζια από φράσεις πρωτάκουστες, αγνώριστες, ξέσαλες, πάνω στην πίστα της ζωής μου, σαν τα μαλλιά της τρελής στο αλώνι με τα δρακοτόμαρα. Είχα πάθει λογοτεχνία επιτόπου.  Όσο η Σούλα διάβαζε, έβλεπα τον θείο να συσπειρώνεται πάνω στο στρώμα, ν’ αναστενάζει βαριά, να διογκώνεται ελαστικά κι ύστερα να ρεύει τους χυμούς του κατακόρυφα μέσα στο βόγκο του, σαν μια βαριά αιμορροΐδα που πάλλεται χορταστικά πάνω στα καπούλια μιας φοράδας ψυχής. Πέρασαν χρόνια από τότε. Η εκπόρνευση ιστοριών συνέχισε να τιμωρείται ανελέητα. Οι αναγνώστριες επί χρήμασι, όπως η Σούλα, κυνηγήθηκαν λυσσασμένα. Το ίδιο και οι συγγραφείς που διακινούσαν τα έργα τους χρησιμοποιώντας τες. Ο θείος καταδικάστηκε να φτυαρίζει τα μυδοκαύκαλα από τους δρόμους. Όσο για μένα, που μου ’γινε συνήθεια να συχνάζω στα πάρκα, μια πόρνη αρσενική, να τα χαΐρια μου. Και τώρα, κελιώτες αδελφοί μου, ό, τι προαιρείστε. Από ευρώ και πάνω, μουστερήδες μου.

Σάκης Σερέφας, Το μάταιο με θέα (Πορνείας το ανάγνωσμα), σελ. 119 έως τέλος (αποσπασματικά), Εκδόσεις Κέδρος, 2004  

.

.

 

 

 

Tags:

Image

Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος

Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ΟρίζοντοςΚατηφορίζει σε μια φιλόξενη παραλία, καταφεύγει στο μοναδικό δέντρο, στέκεται στη σκιά. Ανοίγει την εφημερίδα της προηγουμένης που έφερε χθες το βράδυ το Κάμιρος και την κλείνει αμέσως, οι πληροφορίες είναι ανύπαρκτες, όλα αυτά τα σάπια νέα είναι ανύπαρκτα, αληθινά κι όμως ανύπαρκτα, πραγματικά κι όμως ανύπαρκτα, μακρινά, ψεύτικα. Όταν υπήρχε αυτός ο κόσμος στο πτώμα του οποίου έχουν γαντζωθεί οι εφημερίδες η πραγματικότητα ήταν άγνωστη στους δημοσιογράφους. Οι δημοσιογράφοι έγραφαν άλλα και η Ρέα Φραντζή πήγαινε σε πάρτυ, ήταν Σάββατο και πήγαινε σε πάρτυ, κάθε μέρα ήταν Σάββατο, κάθε μέρα είχε αγωνία. Όλη η εβδομάδα ήταν ένα τεράστιο Σάββατο, ακόμα και η Κυριακή ξεκινούσε σαν Σάββατο και μόνο από το απόγευμα της Κυριακής μέχρι τη Δευτέρα ήταν άλλη μέρα. Γινόταν μια τρομακτική πάλη ανάμεσα στο απόγευμα της Κυριακής και όλες τις υπόλοιπες ώρες και μέρες της εβδομάδας. Με τη βοήθεια των εφημερίδων το απόγευμα της Κυριακής νίκησε και όλες οι υπόλοιπες ώρες και μέρες της εβδομάδας διαλύθηκαν, εξαφανίσθηκαν, συντρίφθηκαν από ειδήσεις, σχόλια, αναλύσεις, εκτιμήσεις, ολοσέλιδα πολιτικά κόμικς, γνώμες, προβλέψεις, σενάρια, οικονομικές σελίδες κίτρινες, μικρές αγγελίες μπλε, μικρά πολιτιστικά ένθετα, ειδικά έντυπα αφιερωμένα στον εαυτό τους, προφητείες, έρευνες, νέες ειδήσεις, νέες ανταποκρίσεις, ειδήσεις που μας έρχονται αυτήν τη στιγμή, τηλεφωνήματα στον αέρα,  κασέτες που ηχογραφήθηκαν πριν από μια ώρα, αναλύσεις που  μας έρχονται αυτήν τη στιγμή, στατιστικές που μας πληροφορούν τι κάνουμε και ποιοι είμαστε αυτήν τη στιγμή, συνδεόμαστε αυτήν τη στιγμή με τον ανταποκριτή μας, αφήνει ανοιχτή τη γραμμή και θα συνδεθούμε κάποια άλλη στιγμή, ακούστε τώρα, διαβάστε τώρα, δείτε τώρα τι έγινε, τι θα γίνει αυτήν τη στιγμή. Κάποτε δεν υπήρχε αυτή η στιγμή, υπήρχε μόνο το αιώνιο Σάββατο, η Ρέα Φραντζή πήγαινε σε πάρτυ, έπρεπε ν’ αρέσει.

Matt Duffin (17)

Η Έρση έπρεπε ν’ αρέσει, η Μίνα έπρεπε ν’ αρέσει, η Βάνα είχε αγωνία γιατί έπρεπε ν’ αρέσει. Κάθε μέρα έπρεπε ν’ αρέσουν και τώρα δεν τις νοιάζει πια, σ’ όποιον αρέσουν, σε κανένα να μην αρέσουν δεν τις νοιάζει πια, το Σάββατο νικήθηκε κατά κράτος από το απόγευμα της Κυριακής με τη βοήθεια των εφημερίδων. Το τεράστιο Σάββατο παραχώρησε τη θέση του σ’ αυτό το μικρό ανάπηρο Σάββατο, οι εφημερίδες δεν άφησαν να υπάρχει μόνο Σάββατο, πώς θα υπήρχαν οι εφημερίδες μ’ ένα ατέλειωτο Σάββατο κι ένα ελάχιστο απόγευμα της Κυριακής όλο κι όλο; Όταν όλη η βδομάδα είναι Σάββατο παρασύρεσαι σιγά σιγά και δεν σε ενδιαφέρει καμιά είδηση, δεν υπάρχει κανένα νέο, όλες οι πληροφορίες είναι νερόβραστες, όλες οι πληροφορίες μιλάνε για τον απογοητευμένο κόσμο του μελαγχολικού απογεύματος της Κυριακής, όλα τα νέα είναι οι νεκροθάφτες της πραγματικής ζωής που αρχίζει μόλις τώρα που πρέπει να αρέσεις, τώρα που είναι Σάββατο.

Χρήστος Βακαλόπουλος, Η γραμμή του ορίζοντος, σελ. 65-66, Εκδόσεις της Εστίας, 1996

Πίνακες: Matt Duffin

.

.

 

Tags:

Image

Σωτήρης Δημητρίου, Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη (Ο καταμετρητής)

Evelyn Williams (46)

Στα μπορντέλα έμπαινε σαν σε ιερό καθαγιασμένο. Όλοι εκείνοι οι φαντάροι των πρόσω σκεφτικοί, με κείνη τη λύπη στην αναμονή της πληρωμένης χαράς, του φαίνονταν όσιοι, μετουσιωμένοι. Η μυρουδιά του πορνείου, κείνο το κράμα από εκκρίσεις αντρικές και γυναικείες, ούρων και «κόκκινου» σαν θυμίαμα. Οι σφυγμοί του γίνονταν άτακτοι, η φύση του ζάρωνε, τα πόδια του κόβονταν και του ερχόταν να σωριαστεί. Τον έπιανε τρομερή ανησυχία σε τούτο το παραξένεμα της ψυχής του, πιο πολύ γιατί τον φόβιζαν οι αντιδράσεις που θ’ ακολουθούσαν. Ένιωθε την ψυχή του, το κορμί του να αυτονομούνται απ’ τη θέλησή του. Τα δάχτυλά του μουδιάζανε, του ’ρχόταν εμετός. Το σβήσιμο των αισθήσεων, ο μαρασμός της νύχτας κατά παράλογο τρόπο αντιστρεφόταν τις εκκλησίες. Τα επίπεδα μελαγχολικά πρόσωπα στις εικόνες γινόνταν αιμάσσοντες, αρπαχτικοί ηδονιστές, που μ’ επίμονα ακόλαστα βλέμματα φόρτιζαν το ταπεινό εκκλησίασμα. Έπιανε ένα στασίδι απόμερο, γαντζωνόταν γερά και πότε επαναλάμβανε μέσα του παρακλητικά «θεέ μου, θεέ μου», πότε φανταζόταν στη σχισμή των γυναικών αίματα, ξερατά, περιττώματα και στα πρόσωπά τους, στα χείλη τους, φλέγματα, βλέννες και σπυριά πυορροούντα. Του κάκου! To κορμί του ανυπάκουο δημιουργούσε το όραμα, που κάθε φορά τώρα το έβλεπε με ενάργεια πιο πολύ από αληθινό. Όλες εκείνες οι ταλαιπωρημένες γυναίκες, γυμνές με τρεμίζοντα μεγάλα βυζιά, άπληστα χοντρά χείλη, ολότριχες πυκνά μέχρι τον αφαλό, με μάτια κίτρινα απ’ τη λαγνεία, αγκαλιάζονταν αναμεταξύ τους.

EVELYN 2

Άφωνοι οι άντρες και οι ιερείς, ανήμποροι ολωσδιόλου να αντισταθούν, έμπαιναν στο κουβάρι με παλλόμενους φαλλούς κι άρχιζε στα μάτια και στ’ αυτιά του ένα παιχνίδι κόλασης και παραδείσου, με ήχους και εικόνες αλλόκοτες. Βογκητά κι αλαλαγμοί, βρισιές, ψίθυροι τρυφεροί κι αναθέματα, αίματα και λάμψεις από στιλπνά τριχώματα και ρώγες ορθωμένες, αχόρταγες. Σάρκες αυτεξούσιες, που εξευτέλιζαν κι ανέβαζαν στα ουράνια όλους αυτούς τους άρρωστους, αγαλήνευτους ανθρώπους, που κείνη την κόχη είχαν στερνό καταφύγιο και παρηγοριά. Όλα τούτα γίνονταν μέσα του μια σκοτοδίνη, κι ένας βόμβος ψιλός∙ σειρήνα απελπισίας που μπλοκαρίστηκε στο χάος.

Σωτήρης Δημητρίου, Ντιάλιθ’  ιμ, Χριστάκη (Ο καταμετρητής), σελ. 23-25,  5η έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Πίνακες: Evelyn Williams

http://kima-aroma.blogspot.gr/2010/09/blog-post_30.html

.

 

Tags:

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 60 other followers