RSS

Category Archives: Πεζογραφία (ελληνική)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, H κλεψιά

Στη βρύση ήταν μαζεμένα τα παλληκάρια του χωριού. Ξεχώριζαν ο Αρμένης, γεροδεμένος επιστάτης, στο εργοστάσιο δούλευε. Ήταν και ο Αλέκος ο Σπάργιας, δυο μέτρα άντρας.
«Μπαξίσι, μπαξίσι!» φώναξαν όλα τα παλληκάρια.
Ο γαμπρός αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δυνατόν να φύγει νύφη από το χωριό χωρίς μπαξίσι. Έπεσαν όμως σε σφιχτό γαμπρό και σέρτικο. Αρβανίτης, όνομα και πράμα. Όσο ήταν νοικοκυραίοι άλλο τόσο σφιχτοί ήταν.
«Δεν έχει μπαξίσι», είπε ο γαμπρός, και τράβηξε το γκέμι για να φύγει.
Οι νέοι μπήκαν μπροστά στο άλογο. Είχε μαζευτεί κόσμος. Οι ντόπιοι, γνωρίζοντας το έθιμο, πήγαν για τις διαπραγματεύσεις. Ο γαμπρός κρατούσε απάντηση το καμουτσίκι. Σφύριξε το καμουτσίκι, και έπεσε στη πλάτη του αλόγου. Χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πόδια. Τα παλληκάρια το κρατούσαν γερά. Το καμουτσίκι ξανασηκώθηκε και αυλάκωσε το πρόσωπο του Αλέκου. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω, αλλά ο Αλέκος σκούπιζε το αίμα που ανάβλυζε από το πρόσωπο. Με ένα σάλτο ανέβηκε στο κάρο και κατέβασε τον γαμπρό. (Γάμος)

Το γλέντι και το κέφι αμείωτο. Ο Χατζής ήθελε να κάνει πρόποση. Έκανε να σηκωθεί, μα παραπάτησε. Το κρασί χύθηκε όλο στο γαμπριάτικο κουστούμι.
«Πρόσεχε, ρε μπατζανάκ, το γαμπριάτικο κουστούμι… αν δε μπορείς, να μη πίνεις». Ο Χατζής σηκώθηκε αμίλητος και προχώρησε προς το καφενείο.
«Έλα, βρε Χατζή, μη θυμώνεις!»
«Άσ’ τον να ξεθυμάνει, θα ξανάρθει!», φώναξε ο γαμπρός.
Σε λίγο η Αναστασία φώναξε «φωτιά, φωτιά!». Μπροστά από το καφενείο έβγαινε καπνός και ακουγόταν φασαρία. Έτρεξαν όλοι και βρέθηκαν σε ένα περίεργο θέαμα. Ο Χατζής είχε φύγει σιωπηλός, άνοιξε το καφενείο του, πήρε ένα πετόνι πετρέλαιο και βγήκε. Άνοιξε το γραμμόφωνο και έβαλε το τραγούδι «νε ολούρ». Το άνοιξε, τέρμα στο καλντερίμι στη παλιά βρύση, έβγαλε το καινούργιο του σακάκι, έβγαλε το παντελόνι του, έμεινε με το κοντοβράκι, έριξε απάνω πετρέλαιο και τα’ βαλε φωτιά. Οι φλόγες ξεπήδησαν και καπνός γέμισε τη γειτονιά. Κι αυτός μερακλωμένος, πειραγμένος, με το κοντοβράκι, έβαλε το «νε ολούρ» και χόρευε γύρω γύρω από το καμένο του κοστούμι. (Μετά τον γάμο)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «H κλεψιά», Διηγήματα, σελ. 19, σελ. 24, αποσπάσματα από τα διηγήματα Γάμος και Μετά τον γάμο,  Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2014

GAMOS 5

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

beksinski

http://staxtes.com/2003/?p=1927

Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες,  «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας»  γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Ο Μαρίνος τους παρακολουθεί, αλλά δεν τους περιγράφει εγκεφαλικά και από απόσταση, αντίθετα τους ζωντανεύει. Με τη χειρουργική ακρίβεια του συγγραφέα, ο οποίος ακυρώνει τον «χρονολογικό» χρόνο της γραφής, φέρνοντας στην επιφάνεια τον προσωπικό χρόνο του γράφοντος, προσεγγίζει εκ των έσω με λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς τα πρόσωπα, καθιστώντας μας κοινωνούς και συμπάσχοντες του ανθρώπινου μαρτυρίου. Στην προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, δηλώνεται εξαρχής η πρόθεσή του –αποστολή μου είναι η διά της γραφής σταυρική ομιλία του ανθρώπου–,  με ένα απόσπασμα από την A´ Επιστολή προς Κορινθίους:  « (…) εάν το έργον τινός κατακαή, θέλει ζημιωθή, αυτός όμως θέλη σωθή, πλήν ούτως διά πυρός».

BeksinsiΤο βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να κάνει ούτε πολιτικοοικονομικές προσεγγίσεις της σύρραξης ούτε να αποδώσει ευθύνες και απέχει πολύ από το να ενταχθεί στην κατηγορία του οποιουδήποτε είδους που ασχολείται με την Ιστορία, ανιχνεύοντας τις αιτίες, τις αφορμές και τα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Κέντρο είναι ο άνθρωπος ως θύμα των πολιτικών χειρισμών, ενώ ο πόλεμος συνιστά αφορμή για να ειδωθεί το ανθρώπινο τοπίο συνδιαλεγόμενο με το τοπίο της φρίκης και της βίας – ένα τοπίο που θα μπορούσε κάλλιστα είτε να μην ταυτοποιείται, διασχίζοντας έθνη και εποχές μέσα στο χρόνο, είτε να μεταλλάσσεται παίρνοντας μία διαφορετική μορφή σύγχρονης πολεμικής βίας,  όπως αυτής του οικονομικού πολέμου, που ζούμε όλοι μας σήμερα.

Η πλοκή είναι στοιχειώδης, όπως θα ανέμενε κανείς, σε ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το χωρόχρονο, διαγράφοντας την πορεία των εσωτερικών τοπίων και των χρόνων των ηρώων ενταγμένων σε ένα εξωτερικό χωροχρονικό πλαίσιο παγιωμένο και αναλλοίωτο από την επαναληπτικότητα στιγμιοτύπων της ίδιας ακριβώς τάξεως, τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε από το ένα πλάνο στο επόμενο, κρατώντας όμως αδιάρρηκτα τα δομικά στοιχεία που τα συγκροτούν σε ολότητα. 

Ο τόπος της μυθοπλασίας είναι κλειστός και συμπαγής, ο χρόνος εσωτερικά ακυρωμένος. Είτε μιλούμε για τους ήρωες είτε για το περιβάλλον τους. «Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι’ αυτούς. Ήταν σαν παγωμένο φίδι που είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί σε μία απάνεμη γωνιά αδιαφορώντας για τις μέρες που περνούσαν και για τις νύχτες που γεννιόνταν από το δέρμα του ουρανού. Όλη αυτή η μονόδρομη αλληλουχία των λεπτών και των ωρών που κάποτε όριζε τη ζωή τους, τώρα ήταν απλώς ένα στοιχείο του δρόμου ανάμεσα στα πολλά που όφειλαν να προσέχουν».

beksinski imagesΑυτοί ακριβώς είναι οι δύο άξονες της μυθοπλασίας, που μπαινοβγαίνουν διαρκώς ο ένας μες στον άλλον: o άνθρωπος και η φύση, η φύση του ανθρώπου, η φύση ως αντανάκλαση του ανθρώπου: «κόλλησαν πάνω στον ισχνό κορμό του σαν ντροπαλές παραφυάδες/ όλος ο τόπος είχε γεμίσει από ροζιασμένες ρυτίδες που αναδύονταν από τη βάση τους καπνιά και όξος/Oι σκιές τους πλέον δεν ήταν σκιές ανθρώπων. Ήταν ρωγμές που ορθώνονταν ξέχωρες πάνω στο ερεθισμένο σώμα», και ο αναγνώστης δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τη σκληρή ψυχική πορεία των ηρώων, ταυτιζόμενος, μέσα σ’ ένα τοπίο δαντικής κόλασης που δεν υπόσχεται διέξοδο.

beksinski1985_002276

Ο Μαρίνος, έχοντας φέρει στο προσκήνιο το μηχανισμό της ακύρωσης του άλλου ως υποκειμένου, μας καλεί να παρακολουθήσουμε και να ενθυμηθούμε το χρόνο της δικής μας ύπαρξης, το χρόνο όπου η Ανάγκη και η ζωώδης ανθρώπινη φύση είχαν την πρωτοκαθεδρία, προτού ο «πολιτισμός» μάς ονοματίσει επιθυμούντα υποκείμενα. Μήπως το απωθημένο επιστρέφει πάλι σήμερα, μήπως ο Άλλος εκπίπτει και επανέρχεται χωρίς κανένα όριο και με άλλη πλέον μορφή στο παγκόσμιο σκηνικό;  «O στρατιώτης τούς είπε αντίο σηκώνοντας ψηλά στον ουρανό το όπλο του και βγάζοντας μια πένθιμη κραυγή πληγωμένου θηρίου». Μήπως ο πολιτισμός είναι η μεγαλύτερη φενάκη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα;  Kαι τι θέση έχει μέσα στη νουβέλα το όνειρο του πατέρα με την κανιβαλική θέση του απέναντι στο τσουκάλι όπου βράζουν τα κεφάλια της γυναίκας και του γιου του; «Kαι εκείνος όλο να ανακατεύει και να δοκιμάζει με την άκρη της γλώσσας του το νερό αν θέλει αλάτι ή λίγο παραπάνω λάδι. Όταν πλέον είναι σίγουρος πως το πράγμα βαίνει καλώς, χαιρετάει τα κεφάλια, κλείνει το καπάκι και… ξυπνάει». Ο  Μαρίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. 

Beksinski-x42Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου τεχνικού ξεδιπλώματος της αφήγησης, με την εναλλαγή και τη συνομιλία της εξωτερικής και της εσωτερικής πραγματικότητας,  που τηρείται από την αρχή έως το τέλος της νουβέλας, είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργείται και παίζει με όλες τις αισθήσεις: μουντά χρώματα, συριγμοί, υπόκωφοι κρότοι κι οσμές ενός ακινητοποιημένου χρόνου στον οποίο οι ήρωες ίσα που ανασαίνουν θάνατο σε μιαν ήδη πνιγηρή ατμόσφαιρα, στην πορεία τους να συναντήσουνε τη θάλασσα, μια μήτρα που θα τους προστατεύσει αλλά και που θα τους ακυρώσει την ίδια ακριβώς στιγμή.

beksinskiOΜε αυτόν τον τρόπο ο Μαρίνος δεν γράφει απλώς, αλλά δημιουργεί έναν τεράστιο πίνακα, που συνειρμικά με οδήγησε στους πίνακες του Beksinski. Το εξωτερικό τοπίο έχει γραμμές για να εντάξει όχι απλώς ανθρώπους αλλά όγκους σωμάτων. Το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφονται με ακρίβεια οι βιολογικές λειτουργίες σε σχέση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και σε συνδιαλλαγή με το φυσικό τοπίο.  Το τοπίο και το σώμα των ηρώων βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία,  μπαινοβγαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο διά μέσου της γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η καλή πεζογραφία και η ποίηση γράφονται με το σώμα επίσης ή καλύτερα από τον τόπο όπου το σώμα εγγράφεται μέσα στο κενό.

Ο Μαρίνος έχει το χάρισμα της γραφής, γνωρίζει τη μαγική λειτουργία των λέξεων και δεν διστάζει να τις χρησιμοποιεί, για να αναδείξει τους όγκους  που κάθε λέξη εγκιβωτίζει αποκλειστικά και μόνον όταν βρεθεί στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη λογοτεχνία. Το κείμενο του Μαρίνου, κατά την άποψή μου, δεν είναι ποιητικό (όπως θα μπορούσε να ειπωθεί): είναι απλώς άκρως λογοτεχνικό κι εντάσσεται σε μία μακρά παράδοση λογοτεχνικής παραγωγής, που αφενός γνώριζε και αφετέρου σεβόταν τη λειτουργία της τέχνης του λόγου.

beksinski_obraz_wroclaw [data nieznana]H ακριβής περιγραφή, που αποφλοιώνει το «πράγμα» για να το επαναπροσδιορίσει με διαφορετικά μέσα, επιτρέποντάς του να μιλήσει μετουσιωμένο την πραγματικότητα που το όρισε ως τέτοιο, δεν είναι χαρακτηριστικό της ποίησης, είναι χαρακτηριστικό του ταλαντούχου γραφιά, είτε αυτός ονομάζεται πεζογράφος είτε ποιητής και ο οποίος  αγκιστρώνεται με την ευθύνη και τη συνείδηση, που το ταλέντο του χαρίζει, στο τέλος, στο σκοπό της λέξης του: «Ύστερα, καμπουριαστός και απόκοσμος, μια γιγάντια λερωμένη νυχτερίδα που ξελεπιάστηκε απ’ το κουκούλι της μέρας, χώθηκε σε μια σκουριασμένη τρύπα στην άκρη του λιμανιού και εκεί έμεινε στο βαθύ σκοτάδι μέχρι να έρθει να τον βρει το τέλος του». 

                                  Πίνακες: Beksinski

Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, κριτική: Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη (e-περιοδικό Φρέαρ)

frear.gr/?p=4424

Το απόσπασμα του βιβλίου που συνοδεύει την κριτική

http://wp.me/p2VUjZ-3hm

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο, γραμμένο υπό μορφή διαλόγου, ανάμεσα σ’ έναν δημοσιογράφο και έναν ποιητή – θα λέγαμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός μοντέρνου πλατωνικού διαλόγου.

Η γραφή, απλή και ρέουσα,  έχει τα χαρακτηριστικά της καθημερινής συνομιλίας, και δη της συνομιλίας που θα μπορούσαμε να έχουμε ως αποτέλεσμα μίας απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης. Στο ενδιάμεσο, ωστόσο, παρεμβάλλονται, με δύο διαφορετικές γραμματοσειρές κάθε φορά, οι σκέψεις των συνομιλητών από τη μία και η ποιητική γραφή από την άλλη, η οποία βρίσκεται ουσιαστικά και στο κέντρο της αφήγησης, όπως αυτή τίθεται τοπο:λογικά μέσα στο βιβλίο, καθώς η ποίηση επαναδιαπραγματεύεται με διαφορετικούς πλέον όρους το εκάστοτε αντικείμενο της συζήτησης. Ο αναγνώστης θα συναντήσει επιπλέον κομμάτια που θα μπορούσαν να αποτελούν και μέρη ενός πεζογραφήματος.

 Από αφηγηματολογικής, συνεπώς, απόψεως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Γιώργος Δουατζής χειρίζεται τον αφηγητή: το βιβλίο ξεκινά με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δημοσιογράφου, περνάει στα διαλογικά μέρη, υιοθετεί τον εσωτερικό μονόλογο των δύο συνομιλητών στα ενδιάμεσα, διαμεσολαβεί το πρόσωπο του ομιλούντος ποιητικού υποκειμένου και εν συνεχεία προχωρεί ευρηματικά σε δύο νέα στοιχεία — στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ποιητή (ή συγγραφέα μάλλον του βιβλίου;) του απευθυνόμενου πλέον άμεσα στον αναγνώστη αλλά και στη συζήτηση μεταξύ των δύο συνομιλητών για τον αφηγητή-συγγραφέα του βιβλίου. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πρόσωπα αναγνωρίζονται ως ήρωες της μυθοπλασίας, που πιστοποιούν την αλήθεια της. Αξιόλογο στοιχείο, διά του προαναφερόμενου χειρισμού,  είναι η απόφανση για την αφηγηματική περσόνα: το μήνυμα είναι σαφές, ο συγγραφέας βρίσκεται παντού, «μετα:μορφωμένος διά της ιδέας και όχι διά της βιογραφικής σηματοδότησής του», προκειμένου να βρει τρόπους ώστε να επικοινωνήσει την ιδεολογική θέση, η οποία και στηρίζει το εκάστοτε οικοδόμημά του.   Στην ουσία ο Γιώργος Δουατζής γράφει θεωρητικά (διαλογικά μέρη) αλλά και πρακτικά (δομώντας το βιβλίο και κάνοντας επιλογές) αφενός για την πρακτική της αφήγησης πραγματικών και υπαρκτών συμβάντων/γεγονότων (δημοσιογραφία/συνέντευξη) και αφετέρου για την κατασκευή της εξιστόρησης του «μύθου» (λογοτεχνία: ποίηση και πεζογραφία). Το θέατρο, μέσα από τα διαλογικά μέρη είναι παρόν επίσης.

.

.

.

Η πραγματικότητα της δημοσιογραφίας, ωστόσο, θα μπορούσε να διαπλέκεται κάλλιστα με το «μύθο» της λογοτεχνίας καθιστώντας τη λογοτεχνία ένα αντιαισθητικό όχημα βιογραφικού υλικού, όπως επίσης και η βιογραφική χρήση της λογοτεχνίας θα μπορούσε να τέμνεται με τη μυθομανία της δημοσιογραφίας.  Εν ολίγοις, στο βιβλίο διακρίνονται προβληματισμοί που σχετίζονται με τις τεχνικές, τη δύναμη και τη λειτουργία των δύο Λόγων, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό – προβληματισμοί που φέρουν στην επιφάνεια συγκρούσεις, αυταπάτες και απομυθοποιήσεις.

Ποιος άραγε είναι ο ρόλος αυτών των δύο δημόσιων Λόγων και τι αξία μπορεί να έχουν και οι δύο όταν ο στόχος τους δεν είναι ανθρωποκεντρικός; Όταν αντιθέτως συνιστούν μία απλή κατασκευή, όχι για την αποκάλυψη και τον εξορκισμό της τραγικής ανθρώπινης μοίρας αλλά για τη συγκάλυψή της με τεχνάσματα, θέσεις και συμπεριφορές, που καθιστούν τον άνθρωπο ακόμη τραγικότερο; Ποια τελικά είναι η αξία του λόγου της ποίησης (αλλά και όλης της λογοτεχνίας), πόσο «μεγάλος» μπορεί να είναι αυτός ο λόγος, όταν ο επιτηρητής της έχει αποτύχει στο πανανθρώπινο ζητούμενο που είναι η αγάπη πρωτίστως για τον ίδιο και κατ’ επέκτασιν γι’ αυτούς που εννοείται ότι υπηρετεί;  Οι γράφοντες αναρωτιούνται για την ουσία της διαδικασίας της γραφής ή προτάσσουν ναρκισσευόμενοι το μέγεθος της εικόνας της εικόνας τους… της ομιχλώδους και ασαφούς σκιάς τους; 

Tι «σύμπτωμα» είναι αυτό ώστε να δημοσιοποιείται και εξ ονόματος ποιας «ελευθερίας», όταν ο ίδιος ο γράφων είναι γερά πιασμένος στο δόκανο μιας εσωτερικής ανελευθερίας που η γραφή δεν κατορθώνει να πατάξει, αλλά και της ανελευθερίας επιπλέον που τον αναγκάζει να κινείται σε κοινωνικές δομές που ο ίδιος δεν έχει επιλέξει; Είναι ο γράφων ένας δημοσιογράφος υποταγμένος στα τραστ της συγγραφικής κλίκας και πώς διαφοροποιείται από τον πολιτικό; Τι ακριβώς «πουλάει» εκδιδόμενος; Eίδηση πόνου, μεγαλείου, ανωτερότητας, αυτάρκειας ή μήπως μία απέλπιδα κραυγή αναγνώρισης, που θα μπορούσε να ονομαστεί και ματαιοδοξία;  

Kι αν έχει ανάγκη από αυτήν την «αναγνώριση», είναι άραγε το «αναγνωρίσιμο» δημιούργημα που λειτουργεί ως μία εν δυνάμει «υπόσχεση» για τo αίτημα αυτό ή συνιστά εντέλει ο ίδιος τη χρυσή τομή μιας a priori αυτοαναγνώρισης ως δημιουργού ενός κόσμου που ανασυντίθεται εκ του μηδενός; Ποια θέση, άραγε, οικειοποιείται έναντι της πράξης της γραφής, αυτήν του «μικρού θεού» έναντι του εαυτού του ή αυτήν του «θεού» έναντι του κόσμου; Ποια η σχέση του με τον θάνατο εντέλει;

Το μόνον που θα μπορούμε να πούμε είναι:  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη…  Απαντήστε! Ή μάλλον μείνετε μαζί μας, κύριε Ευχέτη, γιατί απαντήσατε σεμνά και με πάσα ειλικρίνεια, και σας έχουμε ανάγκη…

.

.

 www.douatzis.gr

.

.

 

Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη

εχνάς ότι είμαι ποιητής. Για τα πεζογραφήματα το πρόβλημά μου δεν είναι πώς θα χειριστώ τη μυθοπλασία, πώς θα στήσω δηλαδή ένα παραμύθι, στο οποίο θα χωρέσουν κάποια πράγματα. Είναι πολύ απλό κάτι τέτοιο. Γιατί όμως να μεταφέρω κομμάτια προσωπικής ζωής για να έχω κάτι τέτοιο;

εν είναι για όλους εύκολο αυτό.

ια μένα είναι πολύ εύκολο. Το ξέρεις κι εσύ πόσο εύκολο είναι, γράφοντας καθημερινά το ρεπορτάζ σου. Το θέμα είναι πόσο γεννάει το μυαλό παραγωγικές σκέψεις, πόσο καλλιεργείς το πνεύμα σου και πόσο μπορείς να κεντρίσεις τον αναγνώστη να προχωρήσει παραπέρα. Πέρα από σένα. Όσο σε ξεπερνάει ο αναγνώστης, τόσο πιο επιτυχημένο είναι το έργο σου. Όπως ο μαθητής το δάσκαλο. Αν δεν τον ξεπεράσει, έχει αποτύχει ο δάσκαλος.

ηλαδή, υποτιμάτε την αναγκαιότητα του μύθου σε ένα βιβλίο;

χι. Βρίσκω άκρως ενδιαφέροντα το μύθο. Όμως για μένα είναι πρόσχημα, όχημα επικοινωνίας, για να μπορέσω να πω στον αναγνώστη όσα σκέφτομαι. Εκτός αν λειτουργήσω ως ένας διασκεδαστής, που δεν έχει απολύτως τίποτε να πει. Βιβλία που τα διαβάζει κάποιος απλώς για να περνάει η ώρα για μένα δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

μυθιστοριογράφος έχει όχημα επικοινωνίας τα βιβλία του, για να επικοινωνεί με τον κόσμο.

- Δε διαφωνώ, Τέρπανδρε. Απλώς, εμένα ως αναγνώστη με κερδίζει η ουσία του υλικού και όχι το φέρον όχημα.

****

.

Ήταν κάτι τεράστια δωμάτια ψηλά, χωρίς παράθυρα αλλά με φως και δεν ξέρω από πού ερχόταν τόσο φως στα ολόχτιστα ψηλά δωμάτια κι ένιωσα να εισπνέω, το στήθος μου φούσκωνε, φούσκωνε και, μόλις ακούμπησα στον τοίχο που με έπνιγε, αυτός έγινε κομμάτια, λες και ήταν από λεπτό γυαλί, έγινε κομμάτια, αυτός ο τεράστιος πέτρινος ψηλοτάβανος χώρος κι εγώ περπατούσα αργά, ήρεμα με πολλή δύναμη ως φαίνεται και έπεφταν οι τοίχοι κι εγώ περπατούσα ανάμεσα στα συντρίμμια κι έλεγα «δεν είναι δυνατόν να υποχωρούν σαν θρύψαλα τέτοιοι τοίχοι», κι όμως βάδιζα συνέχεια, από τοίχο σε τοίχο, διασχίζοντας πολλά δωμάτια πολλά, ώσπου είδα από πού ερχόταν το φως με τις τρεις πηγές, αφού ήταν τρεις ήλιοι –ίδιο σχήμα, μέγεθος, ένταση φωτός– και πηγαινοέρχονταν σαν εκκρεμή φωτιστικά στο θόλο του ουρανού, που τον φανταζόμουν, δεν τον έβλεπα, γιατί πού να δεις ουράνιο θόλο, κι έπειτα με μια πολύ μικρή ώθηση στα πόδια βρέθηκα να ίπταμαι, σε μια ήρεμη, σταθερή σε τροχιά πτήση και πλησίαζα, πλησίαζα τους τρεις ήλιους κι έβλεπα πόσα συντρίμμια άφησα πίσω μου εκεί κάτω και πλησίαζα στους ήλιους και δεν τυφλώθηκα καθόλου όταν βρέθηκα στα έγκατα του φωτός κι εκεί πλημμύρισα αγαλλίαση, ναι, αγαλλίαση ήταν και τώρα που σου μιλάω είμαι μπουκωμένος υπέροχο φως. Πανυψίστη, υπέροχο, γιατί δεν σου είπα πως οι τοίχοι έμοιαζαν με μάσκες, με προσωπεία πανάρχαια που τα φέρουν αιώνες οι άνθρωποι κι αιώνες προσπαθούν να τα συντρίψουν, γι’ αυτό κι εγώ νιώθω τόση αγαλλίαση τώρα, με τόσο φως να με έχει αγκαλιασμένο.

..

Γιώργος Δουατζής,  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη, σελ. 220 και σελ. 269-270, Εκδόσεις Λιβάνη, 2008

.

Πίνακες: René Magritte, Salvador Dalí 

.

.

.

.

 

 

 

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore

Kansuke Yamamoto, 1956 premonition-of-genocide-1940Δεν ήξερα αν έζησε εδώ κανείς μετά τη μάνα μου, εφόσον δεχόμουν την εκδοχή πως έζησε και τέλειωσε εδώ μόνη της. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα τεκμήριο, γιατί το σπίτι ήταν άδειο από κάθε αντικείμενο, μολονότι συνέβαινε να τα θυμάμαι όλα με απίστευτη διαύγεια, τα λίγα όσα αποτελούσαν το νοικοκυριό ενός αγροτικού σπιτιού και την ανάπαυση των καταπονημένων μας σωμάτων. Παρά τις ενθυμήσεις μου, το σπίτι βρισκόταν άδειο, δείχνοντας πως δεν είχε κατοικηθεί για χρόνια. Μια σχεδόν ανεπαίσθητη ομολογία των οριζόντιων, των κάθετων και της καμπύλης, πως απουσίασαν τα αισθήματα. Κάτι σαν σκόνη ή σαν ιστός αράχνης στις γωνίες. Με το ίδιο χεράκι όφειλα να παραμερίσω τα πέπλα τους.

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore, σελ. 171, Εκδόσεις  Άγρα, 1989

Φωτό: kansuke Yamamoto

.

.

 

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Πήραν την Πόλη, πήραν την…

beksinsi 79_01000

Το σημάδι

.

Τη μέρα που γεννήθηκα, ο ήλιος δεν ανέτειλε. Ήταν βαριά σκεπασμένος από μαύρα σύννεφα πένθιμα, και στο μέτωπό μου μια στρογγυλή κηλίδα αίμα, και όλοι είπανε πως αυτό ήταν το σημάδι, είπαν πως γεννήθηκα ευλογημένος να γίνω ο μάρτυρας του αίματος. Και είπαν ακόμα πως εγώ ήμουνα το αρσενικό που γεννήθηκε άξιο να πάρει στα χέρια του τα κειμήλια, πεντακόσιους χρόνους φυλαγμένα στο σεντούκι από γενιά σε γενιά. Κι η μάνα μου, η Ρόδο, με το χρυσαφένιο πρόσωπο και την ευωδία του ρόδου στο κρινένιο της σώμα, με βύζαξε, είπανε, και έτσι καθώς ακούμπησε τα χείλη της στην κηλίδα το αίμα, στο μέτωπό μου, είδε ένα φως της ώχρας να σχηματίζει εκεί τον κύκλο του σημαδιού, που πεντακόσιους χρόνους περίμεναν να δουν από γενιά σε γενιά. Και έκλαψε.

 Ήτανε στις 29 Μαΐου του 1430.

 Στον Άγιο Αλέξανδρο της Λήμνου.

Όσο θυμούμαι τη μάνα μου, που ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχή της, μια ευωδία από καμένο τριαντάφυλλο σταλάζει στο πνεύμα μου, μια ευωδία λευκή από θυσία και θρήνο, έτσι όπως, στα κατοπινά χρόνια, τη βρήκα μέσα στην Αγιά-Σοφιά και μέσα στο μοναστήρι του Χριστού, την ώρα που το αίμα κυλούσε ποτάμι και η κραυγή ράγιζε τα θεμέλια της οικουμένης. Εκείνη η ευωδία ενώθηκε, θαρρείς, με το αίμα της Βασιλεύουσας, γιατί ήταν η ευωδία της ψυχής και της θυσίας.

beksinsi 79_01000 Ξέρω πως ετούτες τις ώρες τις μαύρες, που μόνος και κατάμονος, στο ερημητήριο της σιωπής μου το ασκητικό, γράφω τις μνήμες του ολέθρου, η ψυχή της μάνας μου της Ρόδου είναι πλάι μου, εδώ, σε μιαν απόσταση γαλήνης από το χέρι μου, σε μιαν απόσταση θανάτου λυτρωτικού.

 Με συντροφεύει, η ευωδία, λέω, της ψυχής. Με συντροφεύει, καθώς γράφω τις μνήμες του ολέθρου, εγώ που αξιώθηκα να ζήσω στιγμή τη στιγμή την αντρειοσύνη και το θάνατο, την ύστατη αγωνία, πλάι στον Κωνσταντίνο Δραγάση Παλαιολόγο, τον πολυφίλητο βασιλέα μου με την αδάμαστη ψυχή, και πλάι στον Ιωάννη Ιουστινιάνη, τον μαύρο αρχάγγελο, εγώ που αξιώθηκα να γίνω ο μάρτυρας του αίματος και των ερειπίων.

.

.

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου (απόσπασμα από το Α´ κεφάλαιο/ Ες Λήμνον Φιλτάτην του ιστορικού μυθιστορήματος «Πήραν την Πόλη, πήραν την.. », σελ. 11, Εκδόσεις Κέδρος 1996 

.

Πίνακας: Beksinski

.

.

 

Αντώνης Σανουδάκης, Αγορά πλήθουσα

VISITATION Robert-and-Shana-ParkeHarrison_362Τον είδα χθες βράδυ, μεσάνυχτα, να κατεβαίνει πετώντας από την κορυφή της πύλης Voltone, αφού προηγουμένως είχε αποκολληθεί απ’ το ανάγλυφο του υπέρθυρου. Φορούσε φτερά του λιονταριού του Αγίου Μάρκου, ενδεδυμένος λευκή εσθήτα, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε, όπως συνήθιζε, ένα μπουκάλι κρασί Μαλζαβίας. Με μια ανάλαφρη κίνηση, ο Αντρέας, που τον θεωρούσαν τρελό και μπεκρή, προσγειώθηκε στην οικεία του θέση, μεταξύ Μπαλαμούτσου και Μεϊντάνι γωνία.

Είχα την αίσθηση ότι όλα τριγύρω, εκτός από το δικό του φτερούγισμα, ήταν ακίνητα. Ο τροχονόμος στο σταυροδρόμι με το κυκλικό κατασκεύασμα είχε υψωμένα τα χέρια. Το ένα σε ημιανάταση, το αριστερό, σταματούσε την κίνηση των οχημάτων που έρχονταν από το λιμάνι, ενώ με το δεξί έδειχνε τη σταματημένη πορεία από την Πλαθεία Στράτα προς το Καμαράκι. Τα βήματα των πεζών είχαν μείνει μετέωρα, τα πρόσωπα ήταν σε διάφορες πόζες με γκριμάτσες χαράς, λύπης, απελπισίας, αφηρημάδας, βιασύνης. Τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα με αναμμένες μηχανές, ο καπνός απ’ τις εξατμίσεις του κολλημένος στον αέρα σαν χαλκομανία, οι θέσεις των οδηγών άδειες. Όλα και όλοι είχαν ένα χρώμα λευκό, τα σπίτια, τα καταστήματα, η πλατεία των Τριών Καμαρών, η Νομαρχία, ο κινηματογράφος «Απόλλων», όπως το αρνητικό ενσταντανέ φωτογραφίας, σελίδα βγαλμένη απ’ το βιβλίο της ιστορίας.  Συνειδητοποίησα, επίσης, ότι την ίδια ακινησία θανάτου είχα κι εγώ. Τα πόδια μου είχαν αναπτύξει ρίζες, εκεί στη γωνία Μεϊντάνι, διαπερνούσαν το πεζοδρόμιο, την υπόγεια δεξαμενή, χώνονταν στο χώμα βαθιά. Στην απέναντι τζαμαρία με τα κοσμήματα είδα, όπως συνήθιζα από έφηβος, το χρώμα του προσώπου μου ωχρό, ως νεκρική σινδόνη, και ομολογουμένως ταράχθηκα. Διερωτήθηκα μήπως είχα πεθάνει, γιατί, ενώ σκεφτόμουν, δεν μπορούσα να βγάλω έστω μία άναρθρη κραυγή, όταν αντιλήφθηκα τον Αντρέα τη στιγμή που προσγειώθηκε πλάι μου, από την κορυφή της πύλης Voltone. 

7100704_1_l

Το πρόσωπό του ολόφωτο, τα πόδια του δεν ήταν πλέον στραβά και τα χνότα του δεν μύριζαν κρασίλα. Στα χέρια κρατούσε τη λογική του, την κούρδιζε σαν το παλιό ξυπνητήρι. Με καλησπέρισε με το στόμα, όχι πλέον στραβό και μπουκωμένο, όπως το γνώριζα, έμοιαζε σαν μονοκοντυλιά αγιογραφίας του Μιχαήλ Δαμασκηνού. Το θρόισμα των φτερών του, ανεπαίσθητη κίνηση αγγέλου, απελευθέρωσε τη φωνή μου στο καλησπέρισμά του. (…) Αφού παρήλασε όλη η πόλη και χώθηκε στο φέρετρο, ο Αντρέας το σήκωσε στους ώμους, φτερούγισε πήρε μαζί και την πύλη Voltone «διά καταχώσεως»,  χάθηκε στον ορίζοντα, αφήνοντάς με μετέωρο σε ένα κενό αέρος, ελκόμενο από ισχυρό μαγνητικό πεδίο, μέσα απ’ το οποίο φύτρωναν οι ρίζες των ποδιών μου. Τρόμαξα, γιατί διαπίστωσα πως ήμουν νεκρός. Όμως ο Άρης, ο κρητομινωικός ιχνηλάτης μου, με τη σπασμένη ραχοκοκαλιά σε τροχαίο, που αναπαύεται τέσσερα χρόνια στη ρίζα πεντάχρονου δέντρου, σήκωσε το πίσω πόδι βρέχοντας τον κορμό του κορμιού μου, λίγο πιο πάνω απ’ τις ρίζες. Όπως συνήθιζε να κάνει σε όσους επισκέπτες έχουν λερωμένα παπούτσια.

Αντώνης Σανουδάκης, Σφαιριστήριον λαβυρίνθου (Αγορά πλήθουσα), σελ.  7-10, αποσπασματικά, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2001.

Φωτογραφία: Robert and Shana ParkeHarrison

.

.

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers