RSS

Category Archives: Πεζογραφία (ελληνική)

Xάρης Μελιτάς, Ντάμα σπαθί

 

Από μια ιδέα του Οκτάβιο Πας

«Αρκετά τράβηξε το αστείο», ξέσπασε ο Μηνάς. «Ξεπαγιάσαμε. Μας κουβάλησες χειμωνιάτικα στη άκρη του κόσμου κι αντί ν’ ανάψεις το καταραμένο το τζάκι να ζεσταθεί λίγο το κοκαλάκι μας, το ’χεις σκεπάσει με μεταξωτό σεντόνι, λες και μας κρύβεις την κοιμωμένη του δάσους.
Ο Νικόλας είχε σηκωθεί κιόλας όρθιος. «Πάμε να φύγουμε, ρε παιδιά», είπε τρέμοντας. «Ο τύπος μας περνά για πιγκουίνους».
Παρατηρούσα αμήχανος τους φίλους να φορούν τα παλτά τους. Έπρεπε να τους συγκρατήσω – τουλάχιστον για την τιμή των όπλων.
«Καθίστε λίγο ακόμα», κατάφερα να ψελλίσω. «Αν άνοιγε η ντάμα σπαθί θα σήκωνα το τραπέζι. Κι ύστερα χάνω μια περιουσία. Πού πάτε;».
Άκουσα μόνο το γδούπο της εξώπορτας κι ύστερα το θόρυβο του αυτοκινήτου που έσβηνε στη νύχτα.
«Φίλοι να σου πετύχουν», αναστέναξα, αν και ήξερα πως είχαν δίκιο. Δεν έπρεπε να τους καλέσω για πόκερ σ’ αυτή την ερημιά. Εδώ κι ένα μήνα, μου ήταν αδύνατο ν’ ανάψω το τζάκι.
Άνοιξα διάπλατα την μπαλκονόπορτα να δραπετεύσει η τσιγαρίλα. Όσο κι αν λάτρευα την πράσινη τσόχα, ο καπνός μου τριβέλιζε τα μηνίγγια. Απέναντί μου, στεκόταν το δάσος. Δεν το διέκρινα καλά στο σκοτάδι.
Άκουγα όμως τα δέντρα να μιλούν με το βοριά και το χιονόνερο να στάζει ράθυμα στο καλντερίμι. Θα ξύλιαζα τόση ώρα ασάλευτος, όταν ένα παραπονεμένο αλύχτισμα με επανέφερε στα συγκαλά μου. Ο Αντρέας, το αλεπουδάκι μου, πεινούσε. Έβαλα λίγο γάλα σε μια γαβάθα και την απίθωσα προσεκτικά στην βεράντα. Εν τω μεταξύ, ο πονοκέφαλος έκανε θριαμβευτικά την εμφάνισή του. Προσπάθησα μ’ ένα ποτήρι νερό να τον ξεγελάσω. Μάταιος κόπος. Σωριάστηκα στην παλιά πολυθρόνα μου αποκαμωμένος.
Όλη τη νύχτα έψαχνα την ντάμα σπαθί.
Εξαιτίας της έχασα τόσα χρήματα, τόσα χρώματα, καθώς επέμενα να ποντάρω συνέχεια στο άνοιγμά της.
Κι ας ήξερα πως την είχα σκοτώσει…


Queen 6Όλα άρχισαν εκείνο το μοιραίο απόγευμα της περασμένης Άνοιξης. Η δουλειά στο γραφείο ήταν πάντα κουραστική, τελευταία όμως το κακό είχε παραγίνει με τις απολύσεις τριών συναδέλφων. Ανέβηκα σ’ ένα μικρό λόφο στην άκρη της πόλης να πάρω λίγο αέρα και να διαβάσω την εφημερίδα μου. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, σχεδόν καλοκαιρινή. Κάθισα σ’ ένα απόμερο παγκάκι κάτω από μια μικρή ανθισμένη φλαμουριά. Προτού ανοίξω την εφημερίδα, αποφάσισα να της εκφράσω τα φυσιολατρικά μου αισθήματα:
«Τι όμορφη που είσαι», της ψιθύρισα, καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να με προφυλάξει απ’ τις ατίθασες ανοιξιάτικες ηλιαχτίδες. «Θα μου χαρίσεις ένα απ’ τα υπέροχα λουλουδάκια σου;»
Έσκυψε με το πρώτο φύσημα του αγέρα, λυγίζοντας με χάρη τα κλαδιά της, όσο να κόψω ένα λουλούδι.
Συλλογιζόμουν πως είχα περάσει ένα θαυμάσιο απόγευμα, όταν, κατηφορίζοντας για την πόλη, διαπίστωσα ότι δεν ήμουν μόνος. Η μικρή φλαμουριά με είχε ακολουθήσει!
«Γύρισε πίσω κοπέλα μου», άκουσα αποσβολωμένος τον εαυτό μου να νουθετεί το αλλόκοτο δέντρο.
«Δεν είμαι οποιαδήποτε κοπέλα, είμαι η ντάμα σου», με αποστόμωσε κι απλώνοντας ένα κλαδάκι της μ’ έπιασε τρυφερά απ’ το μπράτσο. Άρχισε να μου αραδιάζει ένα σωρό αερολογίες σχετικά με την ανάγκη να συγκατοικήσουμε. «Βαρέθηκα τόσο καιρό στο περιθώριο, πρέπει να βάλω μια τάξη στη ζωή μου», μου εξήγησε επισταμένως. «Λαχταράω τη βουή της πόλης, θέλω να σεργιανίσω στα μαγαζιά, να κοιμηθώ μία φορά σε μαλακό στρώμα. Πάρε με σπίτι σου και δεν θα χάσεις».
«Αδύνατον», είπα με ύφος ιεροκήρυκα. «Ένα τόσο όμορφο δέντρο, δεν βολεύεται σ’ ένα δυάρι».
«Πώς κάνεις έτσι καημένε;» μουρμούρισε η ντάμα μου με απογοήτευση. «Ζήτησα μόνο να ’ρθω μαζί σου. Στο κάτω-κάτω, αν δεν σου κάνω, με φέρνεις αύριο πίσω κι αυτό είναι όλο. Εκτός βέβαια κι αν δε σου αρέσω».

Queen 8Το κακό ήταν ότι μου άρεσε υπερβολικά. Υποχώρησα όμως, κάτι μου έλεγε πως έκανα λάθος.
Εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου σαν πραγματική οικοδέσποινα. Το πρωί με ξυπνούσε μ’ ένα απαλό άγγιγμα των φύλλων της, με αρωμάτιζε με την ανάσα της κι ύστερα κρέμαγε στα κλαδιά της τα ρούχα μου για να διαλέξω την καθημερινή μου αμφίεση πριν ξεκινήσω για το γραφείο.
Το μεσημέρι με δύο φυλλαράκια στην κατσαρόλα, το φαγητό μας μοσχοβολούσε. Κάθε απόγευμα, έβραζε λίγα απ’ τα λουλούδια της και μου ετοίμαζε το πιο καταπραϋντικό τίλιο. «Μπορώ ν’ αλλάξω τα πάντα εδώ μέσα», δήλωνε με καμάρι παρατηρώντας τα παλιά έπιπλά μου. «Φτάνει να με κλαδεύεις τρυφερά κάθε τόσο. Το φλαμούρι μου είναι το καλύτερο ξύλο του κόσμου».
Αλλά η πραγματική παράσταση λάμβανε χώρα αργά το βράδυ.
Άπλωνε στο σώμα μου τους ανθούς της, μ’ έκρυβε ανάμεσα στα κλαδιά της, μ’ άφηνε να γευτώ τους χυμούς της κι ύστερα άνοιγε το κορμί της να βυθιστώ στην άβυσσο του ασίγαστου πάθους της. Για το χατίρι της παραμέλησα τη δουλειά, σταμάτησα να βλέπω τους φίλους μου –ούτε συζήτηση για το καθιερωμένο ποκεράκι της Πέμπτης –διέγραψα αυτομάτως το σινεμά, το θέατρο, τις εκθέσεις, τις συναυλίες, το γήπεδο. Μόνο τηλεόραση βλέπαμε κάπου-κάπου με την αγαπημένη μου – κάτι παράξενα ντοκιμαντέρ για την προστασία του μάνγκο της Μοζαμβίκης και τα τοιαύτα. Όμως τι ρόλο παίζουν τέτοιες λεπτομέρειες μπρος στην πανσέληνο των αισθήσεων και των παραισθήσεων;

Μια νοτερή βραδιά του Ιούνη, η ντάμα μου το παράκανε. Κυριευμένη από μια ατέλειωτη έξαψη, μου προξένησε τόσα σημάδια με τα κλαδιά της, που το σεντόνι μας βάφτηκε με αίμα. Παραξενεύτηκα στ’ αλήθεια με τη μανία της. «Δεν είμαι απλώς η ντάμα σου», μου εξήγησε ξαναμμένη. «Σου είπα μόνο το μικρό μου όνομα. Είμαι η Ντάμα Σπαθί. Να το θυμάσαι».
Ήμουνα τόσο αφοσιωμένος στον έρωτά μας εκείνο το μαγικό καλοκαίρι που δεν έδωσα σημασία στα λόγια της. Με ζηλεύει, συμπέρανα, προσπαθεί να με φοβερίσει.
Queen 6Τα πράγματα, βέβαια, δεν κυλούσαν εξίσου ρόδινα σε όλα τα επίπεδα. Η αγαπημένη μου κατέβαινε κάθε απόγευμα στον ακάλυπτο να κουβεντιάσει με τη μοναχική λεμονιά του διπλανού κήπου. Είχε γεμίσει την είσοδο με πράσινα φύλλα, ο διαχειριστής με κοιτούσε με μισό μάτι. Μια μέρα πάλι, θαυμάζοντας κάτι φορέματα στις βιτρίνες της πλατείας, ξήλωσε τα γαλόνια ενός πλωτάρχη. Ο άνθρωπος έγινε έξαλλος, απειλούσε να καλέσει την Άμεσο Δράση. «Ο κόσμος κουβαλάει τα δέντρα με φορτηγό, όχι στην αγκαλιά του», ούρλιαζε υστερικά στη μέση του δρόμου. Άσε που μόλις μπαίναμε στην ταβέρνα της γειτονιάς γινόταν πραγματικό σούσουρο. Παραγγέλναμε δύο χορτόσουπες και εφτάμισι λίτρα νερό – έπινε τον αγλέουρα το άτιμο δέντρο.

Τα χειρότερα όμως ήρθανε το φθινόπωρο. Με τις πρώτες βροχές, η μικρή φλαμουριά έγινε νευρική, χλωμή, ευερέθιστη, απαιτητική. Δεν φόραγε πια κανένα στολίδι, τα φύλλα της έπεφταν ένα-ένα στο πάτωμα, μέρα τη μέρα έχανε κάτι απ’ τη λάμψη και τη φρεσκάδα της.
«Πρέπει να πάρουμε επειγόντως εξοχικό», αποφάνθηκε ένα μελαγχολικό σούρουπο. «Να μπορώ τουλάχιστον τα σαββατοκύριακα ν’ αντικρίζω ένα πράσι¬νο φύλλο, ένα πεύκο, ένα έλατο, ένα πουλί. Αλλιώς θα πεθάνω από πλήξη προτού μπει ο χειμώνας»

.

Queen 7Πώς θα μπορούσα να αρνηθώ; Χρεώθηκα ως το λαιμό, αλλά πέτυχα κάτι το εξαιρετικό. Μια υπέροχη μικρή αγροικία με θέα βουνό απ’ τη μια και θάλασσα απ’ την άλλη. Ένα μικρό καλντερίμι χώριζε το σπίτι απ’ το άγριο δάσος, ενώ στο βάθος απλωνόταν σμαραγδένιο το πέλαγος.
«Σ’ αρέσει;» ρώτησα με αγωνία μόλις φτάσαμε. «Τούτο το σπίτι θα είναι το καταφύγιό μας. Θα το βάφτιζα Ερημητήριο των Εραστών, αλλά προτίμησα να το βγάλω Ερμιτάζ, μιας και θα γίνει στ’ αλήθεια το παλάτι μας».
«Δεν είναι άσχημο», είπε συγκαταβατικά, κοιτάζοντας επίμονα προς τη μεριά του δάσους. «Μάλιστα σκέφτομαι να μείνω μόνη εδώ για λίγο καιρό – ας βλεπόμαστε προσωρινά το Σαββατοκύριακο. Υπάρχει άφθονο νερό στην περιοχή, κι απ’ ό,τι φαίνεται, αρκετοί φίλοι που δεν θα ’λέγαν όχι στην συντροφιά μου».
Έδωσα τόπο στην οργή. Άλλωστε εκείνη τη νύχτα, το Ερμιτάζ έγινε αληθινό ανάκτορο του έρωτα. Χιλιάδες πίνακες ζωγραφικής ακουμπισμένοι παντού –στους τοίχους, στο πάτωμα, στον καναπέ, στο κρεβάτι– φλέγονταν μέχρι το πρωί, αλλάζοντας σχήματα, μορφές, στάσεις και παραστάσεις.

Με τον ερχομό του χειμώνα, η σχέση μας άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Δεν απαρνιέμαι το μερίδιο της ευθύνης μου. Αναγκάστηκα να μείνω κάμποσες μέρες στην πόλη, πέσανε κάτι έκτακτες δουλειές – πώς θα μπορούσα να τις αφήσω στη μέση με τόσα χρέη; Άρχισα να βλέπω τους φίλους μου, πήγαινα γήπεδο, σινεμά, μέχρι που τηλεφώνησα για καφέ σε δυο παλιές μου αγαπημένες.
Μια παγωμένη Παρασκευή, γέμισα το αμάξι τριαντάφυλλα και ξεκίνησα για το Ερμιτάζ. Η μικρή φλαμουριά με υποδέχτηκε μουτρωμένη. Άρχισε να με βρίζει, να με κατηγορεί και το χειρότερο έβρισκε χίλιες δυο δικαιολογίες για να μην κάνουμε έρωτα. Πότε κρύωνε, πότε βαριότανε, πότε είχε κατάθλιψη.
«Θ’ ανάψω το τζάκι να πλαγιάσουμε στη φλοκάτη», είπα το Σαββατόβραδο. «Πού ξέρεις; Ίσως να βρούμε την παλιά μας φωτιά, να θυμηθούμε την περασμένη Άνοιξη».

Queen 8Στάθηκε όρθια μπροστά μου, ψυχρή, ξερή, απόμακρη, χωρίς μια σπίθα πόθου στο βλέμμα της.
Δεν κρατήθηκα. «Μπορείς να μου εξηγήσεις πού βρέθηκαν όλες αυτές οι πευκοβελόνες και τα μαύρα φτερά στο πάτωμα;» ρώτησα αγριεμένος ανακαλύ¬πτοντας, δήθεν με καθυστέρηση, τη φοβερή ακαταστασία στο σαλόνι. «Μήπως επέδραμε σύσσωμο το δάσος να καταλάβει το Ερμιτάζ και ν’ απαγάγει την πριγκίπισσα; Αλλά δεν φταίει κανένας άλλος, εγώ φταίω, που σ’ έκανα άνθρωπο».
Με κοίταξε με αφόρητο οίκτο. «Κούνια που σε κούναγε», ψέλλισε μέσ’ απ’ τα κλαδιά της. Προτίμησα να μη δώσω συνέχεια στο θέμα, αν και μέσα μου έβραζα ολόκληρος.
Η εκδίκηση όμως σερβίρεται κρύα.

Δεν θα με αποκαλούσαν μαιτρ του τζόγου, αν δεν ήξερα από μπλόφες. Την επομένη Τετάρτη, ζήτησα άδεια απ’ τον διευθυντή μου κι έβαλα πλώρη γιατη φωλιά μας. Άραξα μακριά απ’ το σπίτι και πλησίασα ακροπατώντας, αγνοώντας το ξεροβόρι που πάσχιζε να με σταματήσει. Φθάνοντας σε απόσταση αναπνοής, κάτι αλλόκοτα βογγητά με αναστάτωσαν. Η αγαπημένη μου ούρλιαζε σαν μαινάδα, λυσσομανούσε σαν άγριο θεριό – για μια στιγμή φοβήθη¬κα πως το Ερμιτάζ δεν θ’ άντεχε στο θυελλώδες κρεσέντο του παροξυσμού της και θα κατέρρεε.
Άρπαξα έξαλλος το τσεκούρι, από τον κήπο, έσπασα βίαια το τζάμι της μπαλκονόπορτας κι όρμησα σαν σίφουνας στο σαλόνι.
Η μικρή φλαμουριά κυλιόταν στο πάτωμα, μ’ ένα ζωηρό καταπράσινο πεύκο που μόλις με είδε το ’σκάσε έντρομο προς το δάσος.
Δεν μπήκε καν στον κόπο να σηκωθεί. «Δεν θα τολμήσεις να πλησιάσεις», με απείλησε. «Πιστεύω να θυμάσαι καλά τ’ όνομά μου. Είμαι η Ντάμα Σπαθί. Αν κάνεις ακόμα ένα βήμα, μπορώ να σε κάνω κομμάτια». Κοντοστάθηκα. Δεν φανταζόμουν τέτοιο θράσος.

Βέβαιη πως με είχε πληγώσει βαριά, αποφάσισε να με αποτελειώσει. «Ή μάλλον όχι», πρόσθεσε με δηλητηριώδες ύφος. «Μιας και δεν πρόλαβα να τελειώσω, σου επιτρέπω για τελευταία φορά να εκπληρώσεις τις φαντασιώσεις σου. Αν πέσεις πλάι μου, κάτι θα γίνει». Ήταν αδύνατο να συγκρατηθώ. Σήκωσα το τσεκούρι και το κατέβασα στο κορμί της. Τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει. Για λίγο άκουγα τα ουρλιαχτά της, ύστερα μόνο το θρήνο του δάσους. Ένα παράξενο κίτρινο υγρό, κύλησε στις πλάκες του σαλονιού αργά, τελετουργικά, σχηματίζοντας θολές νησίδες.
Άναψα το τζάκι και την πέταξα στη φωτιά. Δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μου –μα τι περίεργο– πάγωναν πριν κυλήσουν στα μάγουλά μου. Αφουγκραζόμουν κάμποση ώρα τους τριγμούς των κλαδιών της όπως καιγόντουσαν. Άραγε μου ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια; Στεκόμουν ακίνητος μπροστά στο τζάκι, ώσπου το σώμα της να γίνει στάχτη. Κατόπιν, πήρα ένα λευκό μεταξωτό σεντόνι και την αγκάλιασα τρυφερά, αφήνοντάς την να κοιμηθεί…
Άτιμο πράγμα ο πονοκέφαλος, ειδικά όταν σε ξυπνάει μ’ ένα σφυρί απ’ το λήθαργο. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας απ’ την πολυθρόνα μου, ψάχνοντας για καμιά ασπιρίνη. Στο στρογγυλό τραπέζι, μια ταλαίπωρη τράπουλα, ξαπόσταινε στην αγκαλιά της πράσινης τσόχας. Ανακάτεψα και τράβηξα τυχαία ένα φύλλο.
Δεν ξέρω αν πιστεύετε στα φαντάσματα.
Όλη τη νύχτα έψαχνα τη ντάμα σπαθί.
Αυτή τη φορά, την είχα στο χέρι.

Χάρης Μελιτάς, Ντάμα σπαθί, σελ. 23, από τη συλλογή διηγημάτων Το κάπα του Κόνδορος, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013

.

.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Πολλές φορές τη νύχτα (Oκτάνα)

 

(…) Είναι ποικίλες οι φωνές και της νυκτός οι ήχοι. Όλοι μαζί αποτελούν μια συνεχή, μία διάχυτη βοή σαν καταρράκτου που κάπου μακριά κρημνίζει τα νερά του. Όμως παρά την ύπαρξι της διάχυτης βοής, οι ήχοι οι κοντινοί διακρίνονται με ενάργειαν τόσην, ώστε θα έλεγε κανείς ότι δεν γίνονται μόνον ακουστοί, μα και ορατοί ακόμη, ήχοι σχεδόν χειροπιαστοί, πικροί ή γλυκείς στη γεύσι – ήχοι, φωνές, εικόνες… Γρύλλοι και ζούδια της νυκτός και φύλλα που θροΐζουν. Το σιντριβάνι που λαλεί, και ψιλοψιθυρίζει. Βεγγαλικά συριστικά και ουράνιες ανθοδέσμες. Στόρια που απότομα κατρακυλάν σαν λαιμητόμοι, γδούποι, ανεξήγητοι βαρείς, σειρήνες πρώτων βοηθειών και, κάθε τόσο, σάλπιγγες εξ αποστάσεως αυτοκινήτων.

Ήχοι στιλπνοί, ήχοι μουντοί!

Ένας διαβάτης σταματά και ηχηρά ουρεί, το προ αυτού ντουβάρι κατακλύζων. Ιδού ένας άλλος – με ρόγχον θορυβώδη πτύει και το γλοιώδες φλέγμα του με ένα μικρό πλατάγισμα επί του πλακοστρώτου πίπτει. Άλλος (είναι ένας άνδρας στιβαρός) εις ήσυχον σημείον ενός πάρκου, υπό το φως ενός φανού κινών με σθένος την δεξιάν του, τρίβει το γυμνωμένον πέος του και μία διερχομένην νεάνιδα (που ερυθριά πολύ, μα στέκει και τον κοιτά) καλεί, με «Άαααχ!» και «Ωωωχ!» λαγνοβαρή, με επιμόνους φλογερούς εις την γαλήνην της νυκτός ψιθύρους, ικετεύων αυτήν να πλησιάση, και από κοντά να ιδή το εξογκωμένον πέος του, και, ωσαύτως, μέχρι τέλους, την τελουμένην επ’ αυτού χειράντλησιν του σπέρματός του. Η νεάνις, έκθαμβος, και γνωρίζουσα τι θα συμβή, παρά το ζωηρόν ερύθημά της, με έντονον παλμόν καρδίας παρατηρεί και ασυναισθήτως ακόμη περισσότερον πλησιάζει, ώστε να ιδή το δυνατόν καλύτερα το ογκώδες πέος και την ενεργουμένην επ’ αυτού συγκλονιστικήν της τρίψιν – τοσούτω μάλλον, που ο ανήρ λαγνοβοών της λέγει ότι επιθυμεί να εκσπερματίσει δι’ αυτήν. Και η χειράντλησις εξακολουθεί, εν μέσω αναφωνήσεων λαγνείας, εις τας οποίας λόγια μεγάλης τρυφερότητος ενθέρμως συνυφαίνονται με λόγια αισχρά και ωραία, που εκσπούν μέσα εις τη νύκτα ως έγχρωμα πυροτεχνήματα διεγέρσεως και πάθους. Αίφνης και ενώ η νεάνις, με την ψυχήν στο στόμα της, εντατικώς κοιτά, έχουσα το βλέμμα της εντόνως καρφωμένου επί του άκρως διεσταλμένου στομίου τής μέχρι διαρρήξεως σφυζούσης πούτσης, μια ισχυρά κραυγή εκφεύγει από τα χείλη του ανδρός και μια πυκνή βροχή παχέος λευκού οπού με ορμήν εκσπά εις απανωτάς ριπάς και πίπτει εν μέρει επί της νεάνιδος (που ωχριά και άθελά της με έγκαυλον θαυμασμόν αναφωνεί Άααχ!… Άαα!…) και εν μέρει επί του εδάφους.

Ήχοι στιλπνοί! Ήχοι μουντοί! Στην ηρεμίαν της νυκτός ήχοι ακούγονται πολλοί. (…)

Ανδρέας Εμπειρίκος, από την Οκτάνα, Πολλές φορές τη νύχτα, σελ. 50-51,  Εκδόσεις Ίκαρος Εκδοτική, 1987

Αrtwork: Dixie Friend Gay

.

.

 

 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι

Ήταν απ’ τα νιάτα της νταρντανογυναίκα και γλωσσού. Τη βλέπει ο παπα-Φώτης και της φωνάζει από ψηλά να πετάξει τα κοφίνια, να τρέξει να σωθεί γιατί έρχεται κοσμοχαλασιά, μέγα κύμα και κακό, τσουνάμι Φιλιππίνων.Δεν προλαβαίνει η κακομοίρα και την παρασέρνουν τα νερά. Πεντακόσια μέτρα μέσα στην ενδοχώρα έφτασε η θάλασσα απ’ το σεισμό της Σαντορίνης. Βρήκε τις μανταρινιές και τις αλάτισε. Τις έκαψε, κύριε εισπράκτορα.Τη Μουράδαινα την εντόπισαν δυο εβδομάδες μετά κάτι τρεχαντήρια στην Πάτμο. Στους καφενέδες η πνιγμένη. Σωσμένη και ανέπαφος. Ξεφλούδιζε μανταρινάκια. Όπως την πήραν τα νερά σκάλωσε σε μια σανίδα και διεσώθη. Φοβόταν όμως να επιστρέψει, θα τη σακάτευαν τα γονικά της. Τελικώς τους έπεισε ο παπάς και τη δεχτήκανε, τάχατες πως είναι γραμμένο της να μονάσει ένεκα μεγάλης ευσεβείας, αλλιώς θα πνιγόταν, δεν θα αγκυροβολούσε στο νησί του Ευαγγελιστή, και στο φινάλε την έφερε πίσω μια μαούνα του ναυτικού.Λίγο μετά παντρεύτηκε. Δύο παιδιά η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα. Τον Μιχελή που είχε ουζάδικο στο Μπρίσμαν και τον Γαβριήλ, εγκάτοικο Δαφνίου.Έμοιασε του πατρός του αυτό το αγόρι. Απροσάρμοστο. Δούλευε εργοδηγός στη ΔΕΗ ο άντρας της Μουράδαινας. Τα καλοκαίρια Θεσσαλονίκη. Έστελνε τη Μουράδαινα με τα παιδιά Αστυπαλιά.

Το είχε άχτι η γυναίκα να πάει κι αυτή μια φορά στην Έκθεση Θεσσαλονίκης, να φορέσει ενώπιον κόσμου το μεταξωτό με το λουλουδάκι, που της είχε στείλει η ξαδέρφη της από τη Βαλτιμόρη.Τα κατάφερε, Σεπτέμβρη του εξήντα έξι. Σφυρίζει του ταξιτζή, λέει στα κουτουρού: «Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης» και νταν, σκορπίζει χαρτονόμισμα, πλούσιοι τότε οι Αστυπαλίτες, δε λυπούνταν τα μεταφορικά, κι έτσι ανέβηκε Θεσσαλονίκη η Μουράδαινα μαζί με τ’ αγόρια της. Δίχως να έχει πει τίποτε τ’ αντρός της. Στολίστηκε μεταξωτό, ωραιότατο φόρεμα με βολάν και απλικέ λουλουδάκι. Έντυσε τα παιδιά καρό κουστουμάκια και γραβατούλες μούρλια. Να κάνουνε καλή εντύπωση τα Μουραδάκια εις τους προϊσταμένους. Πήρανε μια κούτα γλυκά κι ανηφορίσανε. Χρόνια περίμενε η Μουράδαινα να προαχθεί ο σύζυγος. Τώρα γλυκοχάραζε η τύχη.

 Daniel Sprick 5Και φτάνει στο περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεως και βλέπει το σύζυγο να χαριεντίζεται με μία αεροσυνοδό. Πάει η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα, και δίνει στον άντρα της το άτιμο τ’ ανάποδο χαστούκι, μπροστά στους προϊσταμένους και τον Υπουργό Βιομηχανίας: «Nα σε χαίρεται η Δημόσια Επιχείρησις Ηλεκτρισμού! Μαστροπέ!» Tον ξεφώνισε τον σύζυγο μπροστά στον Υπουργό. Τον ετελείωσε. Εκείνος, στήλη άλατος. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα, κλαίγαν τα Μουραδάκια για την κατάντια του πατρός. Κατεβαίνει Αθήνα η Μουράδαινα. Περιμένει μια ολάκερη βδομάδα τον μοιχό. Δυο βδομάδες. Τρεις βδομάδες. Τέσσερεις. Δε διάβαζε εφημερίδες η Αστυπαλίτισσα. Είχε προλάβει ο Μουράς και την έκανε απ’ τον Λευκό Πύργο. Αυτοχειριάστηκε ο αμαρτωλός. Είχε τάσεις αυτοκαταστροφικές. Έδωσε μια και πήδησε κάτω στο Θερμαϊκό. Μπλουμ. Αυτή την οικογένεια την τραβούσε το νερό. Διότι και ο γιος, ο Γαβριήλ Μουράς, στην μπανιέρα έπνιξε τη Μουράδαινα, κι ενώ έπαιρνε πολύ καλή σύνταξη η μάνα του. Τότες προσέχανε τους ανθρώπους τους στη ΔΕΗ. Τη μάνα σου, μπρε; Kάνει να σκοτώνουμε τη μανούλα; Ντροπή, παιδάκι μου, και κουνάει το καθυστερημένο το κεφάλι του.

Πάω στο τρελάδικο, κύριε εισπράκτορα, και του ξεφλουδίζω βραστά αυγά. Σφιχτά. Ελευθέρας διαλογής. Το κρύβανε τόσα χρόνια. Αγρίεψε το παιδί μοναχούλι. Του σάλεψε. Μ’ απειλούσε η Φεβρωνία: «Σα τη Μουράδαινα θα πας κι εσύ μ’ όλα τα τομάρια που κουβαλάς σπίτι σου!» Φεβρωνία Λιβεράλη! της έλεγα με έμφαση, εμείς τα σπίτια τα έχουμε ανοιχτά να μπαίνει λαός, κόσμος πολύς, να τον τρατάρουμε καφέδες κι αυγά βραστά και να συνομιλούμε. Το δικό σου μαυσωλείο άσ’ το κλειστό και επτασφράγιστο! To σαλονάκι τους οι Λιβεράληδες το είχαν κλειδωμένο. Διάβαζε ο Λαοκράτης Ριζοσπάστη στην κουζίνα της οδού Δελφών και δεν του επέτρεπε η άλλη να καθίσει σαν άνθρωπος στον καναπέ, για να μην της τσαλακώσει τα ριχτάρια. Είχε γεμίσει το σπίτι σεμεδάκια. 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι, σελ. 15-17, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2010

Πίνακες: Daniel Sprick

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων

 

Δεν είχε γλιτωμό κι αποσταμό αληθινά ποτέ της, αφού οι πεθαμένοι της επέστρεφαν συχνά και την ταράζανε. Ακόμα κι ο ύπνος δεν ήταν καταφυγή για κείνην. Κι αν ένιωθε στο ξύπνιο τα άλλοτε τη μυρωδιά τους κι άλλοτε το βλέμμα τους κι αν στιγμές τρόμαζε από μιαν αίσθηση φευγαλέα κάποιου χαδιού, ενός αγγίγματος ανεπαίσθητου από το πουθενά κι αν άκουγε μέσα στην ησυχία να ψιθυρίζουν τ’ όνομά της κι αν ήταν έτσι οι μέρες της φοβισμένες μ’ αιφνίδια ενοχλήματα από τον κόσμο των πνευμάτων, όταν έκλεινε τα μάτια της έρχονταν τότε απροειδοποίητα σαν ζωντανοί οι νεκροί γονείς της κι άλλοτε ο αδερφός της σαν αληθινός κι όχι σαν πλάσμα ονείρου.

Τους έβλεπε ότι γύριζαν λες κι ήταν ο θάνατός τους μια δύσκολη αρρώστια που πέρασε πια και περπατούσαν πάλι όπως παλιά στο σπίτι, τριγύριζαν στα δωμάτιά τους, με σάρκα και οστά ξανά ενδεδυμένοι. Καθόταν ο πατέρας της αποστεωμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, μάσαγε αργά αργά λίγο φαγάκι και κοίταγε την κόρη του με λυπημένα μάτια. Ο αδερφός της ένιβε από τα χώματα της ταφής το νιο του πρόσωπο κι απ’ το τρεχούμενο νερό έπινε κι έσβηνε τη δίψα που τον στέγνωνε για χρόνια. Κι η μάνα της συνήθως ερχόταν κι αναπαυόταν στη θέση που αγάπαγε κι έπιανε ν’ αποσώνει ένα εργόχειρο.

Κι απ’ όσα κληρονόμησε πολλά τα ξεπούλησε. Στην αρχή από τ’ αντικείμενα όσα της φορτώνονταν δεμένα με τις μνήμες τους κι έπειτα τα καμπίσια κτήματά τους. Τα ξεφορτώθηκε ασυλλόγιστα λες και της έφταιγαν αυτά, λες κι ήταν δικό τους βάρος κι όχι των θανάτων πάνω στο στήθος της και στη ζωή της. Κάποια πράγματα τα χάρισε, τα πιο πολλά όμως τα πούλησε όσο όσο σε πονηρούς παλαιοπώλες, ανθρώπους που μυρίζονται το θάνατο κι όμοια με όρνια μαζεύονται τριγύρω. Κειμήλια προγονικά, το αυτοκίνητο του αδερφού της πρώτα κι έπειτα τα ρούχα του, την ακριβή τους τραπεζαρία, από την προίκα της δυο σεντούκια γεμάτα υφάσματα και κεντίδια, όλα μεταξωτά και λινά, το μεγάλο μπρούντζινο φωτιστικό που δεν έλαμψε ποτέ σε γιορτή παρά μονάχα σε κηδείες. Κι έτσι από τη μια μέρα στην άλλη άδειασε σχεδόν το σπίτι από την ψυχή του και ντύθηκε το νοσηρό, το νοερό και το προσωρινό η καθημερινότητά τους.

Siafakas 4

Απόσταζαν το λοιπόν οι μέρες τούτης της δύσκολης ζωής στο δοχείο της ψυχής της, μα ήτανε και το σώμα της, κι ας το ’χε αποτάξει. Όταν υπερτερούσε η όρεξη της σάρκας κι όταν τράβαγε από μόνο του κατά τη γυναικεία φύση του, εκείνη δεν είχε εξουσία πάνω του καμιά κι ούτε μπόραγε να τ’ αγνοήσει. Είναι ασύμβατος ο πυρετός της σάρκας με την αναπηρία της ψυχής. Κι είναι ανεξέλεγκτες οι ορμόνες που ορίζουν τις πράξεις του σώματος, όμοιες σε κάθε σώμα, όταν παραδέρνει ακυβέρνητο δίχως τη δύναμη της ψυχής του μες στην αντάρα, μες στην ασχήμια και την ομορφιά των ζωικών του ορμών. Κι η Ερημιά ποτέ της δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε τούτον τον κανόνα.

Άφηνε συχνά στην άκρη την άρνηση της ψυχής της, δίχως δύναμη ν’ αντιταχθεί και δίχως καθόλου αιδώ, για χάρη του κορμιού της, Ξάπλωνε γυμνή, άνοιγε τα πόδια της και χαϊδευόταν. Άναβε, κοντανάσαινε και στέναζε μόνη της με τα δικά της χάδια μέχρι που σπάραζε σύγκορμη κι ύστερα, όταν χανόταν τούτη η σύντομη χαρά, αντί να γαληνέψει, γέμιζε τύψεις, ντροπή και αηδία και γύριζε γρήγορα στην άγρια πραγματικότητά της. Κι όταν κάποτε βαριόταν τον εαυτό της και για καιρό ο κορεσμός την κράταγε σε αποχή ακόμα κι αυτό το λίγο, τότε έρχονταν στον ύπνο της φανταστικοί άντρες, τη βίαζαν, έπεφτε εκείνη πάνω τους και τους απομυζούσε. Άλλοτε πάλι η έλλειψη ζάλιζε το μυαλό της, χαλούσε το στομάχι της, μα λάβδανο δεν τη γιάτρευε. Έκλαιγε πολλές φορές κι αλάφρωμα δεν είχε. Πλενόταν αδιάλειπτα μήπως καταλαγιάσει το καύμα του κόλπου της κι όχι σπάνια λιποθυμούσε μες στο άδειο σπίτι. Πιο κοντά στους πεθαμένους απ’ ό,τι στους ανθρώπους, συζούσε φιλιωμένη με τα φαντάσματα και τις σκιές κι ούτε να το διανοηθεί πως θα μπορούσε να βρεθεί με αληθινό άντρα. Είχε σφηνωθεί μες στο μυαλό της πως μόλις τολμούσε να βάλει κάποιον άλλο εκτός από το θάνατο στο πλευρό της, ο θάνατος θα τη ζήλευε και θα της τον έπαιρνε από κοντά της. Με τέτοια ζωή έφτασε στα σαράντα, τα πάτησε και την πάτησαν βαριά κι εκείνα. Ώσπου μια μέρα σκίρτησε μέσα της απρόσμενα το ακίνητο, ορθώθηκε ανήμερο θηρίο ο έρωτας κι έφεξε στη μεγάλη της νύχτα το φως του άντρα που, σαν να ήτανε γραφτό, βρέθηκε εμπρός της. Ήρθε την ίδια ώρα που εκείνη ήταν πια έρμαιο των παθών της και δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να παραδώσει δίχως όρους τη δύσθυμη ψυχή της στην εξουσία του έρωτα και στη δύναμη του κορμιού της. 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, σελ. 26-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Kώστας Σιαφάκας

http://www.kostassiafakas.com/

.

.

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, H κλεψιά

Στη βρύση ήταν μαζεμένα τα παλληκάρια του χωριού. Ξεχώριζαν ο Αρμένης, γεροδεμένος επιστάτης, στο εργοστάσιο δούλευε. Ήταν και ο Αλέκος ο Σπάργιας, δυο μέτρα άντρας.
«Μπαξίσι, μπαξίσι!» φώναξαν όλα τα παλληκάρια.
Ο γαμπρός αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δυνατόν να φύγει νύφη από το χωριό χωρίς μπαξίσι. Έπεσαν όμως σε σφιχτό γαμπρό και σέρτικο. Αρβανίτης, όνομα και πράμα. Όσο ήταν νοικοκυραίοι άλλο τόσο σφιχτοί ήταν.
«Δεν έχει μπαξίσι», είπε ο γαμπρός, και τράβηξε το γκέμι για να φύγει.
Οι νέοι μπήκαν μπροστά στο άλογο. Είχε μαζευτεί κόσμος. Οι ντόπιοι, γνωρίζοντας το έθιμο, πήγαν για τις διαπραγματεύσεις. Ο γαμπρός κρατούσε απάντηση το καμουτσίκι. Σφύριξε το καμουτσίκι, και έπεσε στη πλάτη του αλόγου. Χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πόδια. Τα παλληκάρια το κρατούσαν γερά. Το καμουτσίκι ξανασηκώθηκε και αυλάκωσε το πρόσωπο του Αλέκου. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω, αλλά ο Αλέκος σκούπιζε το αίμα που ανάβλυζε από το πρόσωπο. Με ένα σάλτο ανέβηκε στο κάρο και κατέβασε τον γαμπρό. (Γάμος)

Το γλέντι και το κέφι αμείωτο. Ο Χατζής ήθελε να κάνει πρόποση. Έκανε να σηκωθεί, μα παραπάτησε. Το κρασί χύθηκε όλο στο γαμπριάτικο κουστούμι.
«Πρόσεχε, ρε μπατζανάκ, το γαμπριάτικο κουστούμι… αν δε μπορείς, να μη πίνεις». Ο Χατζής σηκώθηκε αμίλητος και προχώρησε προς το καφενείο.
«Έλα, βρε Χατζή, μη θυμώνεις!»
«Άσ’ τον να ξεθυμάνει, θα ξανάρθει!», φώναξε ο γαμπρός.
Σε λίγο η Αναστασία φώναξε «φωτιά, φωτιά!». Μπροστά από το καφενείο έβγαινε καπνός και ακουγόταν φασαρία. Έτρεξαν όλοι και βρέθηκαν σε ένα περίεργο θέαμα. Ο Χατζής είχε φύγει σιωπηλός, άνοιξε το καφενείο του, πήρε ένα πετόνι πετρέλαιο και βγήκε. Άνοιξε το γραμμόφωνο και έβαλε το τραγούδι «νε ολούρ». Το άνοιξε, τέρμα στο καλντερίμι στη παλιά βρύση, έβγαλε το καινούργιο του σακάκι, έβγαλε το παντελόνι του, έμεινε με το κοντοβράκι, έριξε απάνω πετρέλαιο και τα’ βαλε φωτιά. Οι φλόγες ξεπήδησαν και καπνός γέμισε τη γειτονιά. Κι αυτός μερακλωμένος, πειραγμένος, με το κοντοβράκι, έβαλε το «νε ολούρ» και χόρευε γύρω γύρω από το καμένο του κοστούμι. (Μετά τον γάμο)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «H κλεψιά», Διηγήματα, σελ. 19, σελ. 24, αποσπάσματα από τα διηγήματα Γάμος και Μετά τον γάμο,  Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2014

GAMOS 5

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

beksinski

http://staxtes.com/2003/?p=1927

Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες,  «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας»  γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Ο Μαρίνος τους παρακολουθεί, αλλά δεν τους περιγράφει εγκεφαλικά και από απόσταση, αντίθετα τους ζωντανεύει. Με τη χειρουργική ακρίβεια του συγγραφέα, ο οποίος ακυρώνει τον «χρονολογικό» χρόνο της γραφής, φέρνοντας στην επιφάνεια τον προσωπικό χρόνο του γράφοντος, προσεγγίζει εκ των έσω με λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς τα πρόσωπα, καθιστώντας μας κοινωνούς και συμπάσχοντες του ανθρώπινου μαρτυρίου. Στην προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, δηλώνεται εξαρχής η πρόθεσή του –αποστολή μου είναι η διά της γραφής σταυρική ομιλία του ανθρώπου–,  με ένα απόσπασμα από την A´ Επιστολή προς Κορινθίους:  « (…) εάν το έργον τινός κατακαή, θέλει ζημιωθή, αυτός όμως θέλη σωθή, πλήν ούτως διά πυρός».

BeksinsiΤο βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να κάνει ούτε πολιτικοοικονομικές προσεγγίσεις της σύρραξης ούτε να αποδώσει ευθύνες και απέχει πολύ από το να ενταχθεί στην κατηγορία του οποιουδήποτε είδους που ασχολείται με την Ιστορία, ανιχνεύοντας τις αιτίες, τις αφορμές και τα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Κέντρο είναι ο άνθρωπος ως θύμα των πολιτικών χειρισμών, ενώ ο πόλεμος συνιστά αφορμή για να ειδωθεί το ανθρώπινο τοπίο συνδιαλεγόμενο με το τοπίο της φρίκης και της βίας – ένα τοπίο που θα μπορούσε κάλλιστα είτε να μην ταυτοποιείται, διασχίζοντας έθνη και εποχές μέσα στο χρόνο, είτε να μεταλλάσσεται παίρνοντας μία διαφορετική μορφή σύγχρονης πολεμικής βίας,  όπως αυτής του οικονομικού πολέμου, που ζούμε όλοι μας σήμερα.

Η πλοκή είναι στοιχειώδης, όπως θα ανέμενε κανείς, σε ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το χωρόχρονο, διαγράφοντας την πορεία των εσωτερικών τοπίων και των χρόνων των ηρώων ενταγμένων σε ένα εξωτερικό χωροχρονικό πλαίσιο παγιωμένο και αναλλοίωτο από την επαναληπτικότητα στιγμιοτύπων της ίδιας ακριβώς τάξεως, τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε από το ένα πλάνο στο επόμενο, κρατώντας όμως αδιάρρηκτα τα δομικά στοιχεία που τα συγκροτούν σε ολότητα. 

Ο τόπος της μυθοπλασίας είναι κλειστός και συμπαγής, ο χρόνος εσωτερικά ακυρωμένος. Είτε μιλούμε για τους ήρωες είτε για το περιβάλλον τους. «Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι’ αυτούς. Ήταν σαν παγωμένο φίδι που είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί σε μία απάνεμη γωνιά αδιαφορώντας για τις μέρες που περνούσαν και για τις νύχτες που γεννιόνταν από το δέρμα του ουρανού. Όλη αυτή η μονόδρομη αλληλουχία των λεπτών και των ωρών που κάποτε όριζε τη ζωή τους, τώρα ήταν απλώς ένα στοιχείο του δρόμου ανάμεσα στα πολλά που όφειλαν να προσέχουν».

beksinski imagesΑυτοί ακριβώς είναι οι δύο άξονες της μυθοπλασίας, που μπαινοβγαίνουν διαρκώς ο ένας μες στον άλλον: o άνθρωπος και η φύση, η φύση του ανθρώπου, η φύση ως αντανάκλαση του ανθρώπου: «κόλλησαν πάνω στον ισχνό κορμό του σαν ντροπαλές παραφυάδες/ όλος ο τόπος είχε γεμίσει από ροζιασμένες ρυτίδες που αναδύονταν από τη βάση τους καπνιά και όξος/Oι σκιές τους πλέον δεν ήταν σκιές ανθρώπων. Ήταν ρωγμές που ορθώνονταν ξέχωρες πάνω στο ερεθισμένο σώμα», και ο αναγνώστης δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τη σκληρή ψυχική πορεία των ηρώων, ταυτιζόμενος, μέσα σ’ ένα τοπίο δαντικής κόλασης που δεν υπόσχεται διέξοδο.

beksinski1985_002276

Ο Μαρίνος, έχοντας φέρει στο προσκήνιο το μηχανισμό της ακύρωσης του άλλου ως υποκειμένου, μας καλεί να παρακολουθήσουμε και να ενθυμηθούμε το χρόνο της δικής μας ύπαρξης, το χρόνο όπου η Ανάγκη και η ζωώδης ανθρώπινη φύση είχαν την πρωτοκαθεδρία, προτού ο «πολιτισμός» μάς ονοματίσει επιθυμούντα υποκείμενα. Μήπως το απωθημένο επιστρέφει πάλι σήμερα, μήπως ο Άλλος εκπίπτει και επανέρχεται χωρίς κανένα όριο και με άλλη πλέον μορφή στο παγκόσμιο σκηνικό;  «O στρατιώτης τούς είπε αντίο σηκώνοντας ψηλά στον ουρανό το όπλο του και βγάζοντας μια πένθιμη κραυγή πληγωμένου θηρίου». Μήπως ο πολιτισμός είναι η μεγαλύτερη φενάκη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα;  Kαι τι θέση έχει μέσα στη νουβέλα το όνειρο του πατέρα με την κανιβαλική θέση του απέναντι στο τσουκάλι όπου βράζουν τα κεφάλια της γυναίκας και του γιου του; «Kαι εκείνος όλο να ανακατεύει και να δοκιμάζει με την άκρη της γλώσσας του το νερό αν θέλει αλάτι ή λίγο παραπάνω λάδι. Όταν πλέον είναι σίγουρος πως το πράγμα βαίνει καλώς, χαιρετάει τα κεφάλια, κλείνει το καπάκι και… ξυπνάει». Ο  Μαρίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. 

Beksinski-x42Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου τεχνικού ξεδιπλώματος της αφήγησης, με την εναλλαγή και τη συνομιλία της εξωτερικής και της εσωτερικής πραγματικότητας,  που τηρείται από την αρχή έως το τέλος της νουβέλας, είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργείται και παίζει με όλες τις αισθήσεις: μουντά χρώματα, συριγμοί, υπόκωφοι κρότοι κι οσμές ενός ακινητοποιημένου χρόνου στον οποίο οι ήρωες ίσα που ανασαίνουν θάνατο σε μιαν ήδη πνιγηρή ατμόσφαιρα, στην πορεία τους να συναντήσουνε τη θάλασσα, μια μήτρα που θα τους προστατεύσει αλλά και που θα τους ακυρώσει την ίδια ακριβώς στιγμή.

beksinskiOΜε αυτόν τον τρόπο ο Μαρίνος δεν γράφει απλώς, αλλά δημιουργεί έναν τεράστιο πίνακα, που συνειρμικά με οδήγησε στους πίνακες του Beksinski. Το εξωτερικό τοπίο έχει γραμμές για να εντάξει όχι απλώς ανθρώπους αλλά όγκους σωμάτων. Το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφονται με ακρίβεια οι βιολογικές λειτουργίες σε σχέση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και σε συνδιαλλαγή με το φυσικό τοπίο.  Το τοπίο και το σώμα των ηρώων βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία,  μπαινοβγαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο διά μέσου της γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η καλή πεζογραφία και η ποίηση γράφονται με το σώμα επίσης ή καλύτερα από τον τόπο όπου το σώμα εγγράφεται μέσα στο κενό.

Ο Μαρίνος έχει το χάρισμα της γραφής, γνωρίζει τη μαγική λειτουργία των λέξεων και δεν διστάζει να τις χρησιμοποιεί, για να αναδείξει τους όγκους  που κάθε λέξη εγκιβωτίζει αποκλειστικά και μόνον όταν βρεθεί στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη λογοτεχνία. Το κείμενο του Μαρίνου, κατά την άποψή μου, δεν είναι ποιητικό (όπως θα μπορούσε να ειπωθεί): είναι απλώς άκρως λογοτεχνικό κι εντάσσεται σε μία μακρά παράδοση λογοτεχνικής παραγωγής, που αφενός γνώριζε και αφετέρου σεβόταν τη λειτουργία της τέχνης του λόγου.

beksinski_obraz_wroclaw [data nieznana]H ακριβής περιγραφή, που αποφλοιώνει το «πράγμα» για να το επαναπροσδιορίσει με διαφορετικά μέσα, επιτρέποντάς του να μιλήσει μετουσιωμένο την πραγματικότητα που το όρισε ως τέτοιο, δεν είναι χαρακτηριστικό της ποίησης, είναι χαρακτηριστικό του ταλαντούχου γραφιά, είτε αυτός ονομάζεται πεζογράφος είτε ποιητής και ο οποίος  αγκιστρώνεται με την ευθύνη και τη συνείδηση, που το ταλέντο του χαρίζει, στο τέλος, στο σκοπό της λέξης του: «Ύστερα, καμπουριαστός και απόκοσμος, μια γιγάντια λερωμένη νυχτερίδα που ξελεπιάστηκε απ’ το κουκούλι της μέρας, χώθηκε σε μια σκουριασμένη τρύπα στην άκρη του λιμανιού και εκεί έμεινε στο βαθύ σκοτάδι μέχρι να έρθει να τον βρει το τέλος του». 

                                  Πίνακες: Beksinski

Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, κριτική: Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη (e-περιοδικό Φρέαρ)

frear.gr/?p=4424

Το απόσπασμα του βιβλίου που συνοδεύει την κριτική

http://wp.me/p2VUjZ-3hm

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο, γραμμένο υπό μορφή διαλόγου, ανάμεσα σ’ έναν δημοσιογράφο και έναν ποιητή – θα λέγαμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός μοντέρνου πλατωνικού διαλόγου.

Η γραφή, απλή και ρέουσα,  έχει τα χαρακτηριστικά της καθημερινής συνομιλίας, και δη της συνομιλίας που θα μπορούσαμε να έχουμε ως αποτέλεσμα μίας απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης. Στο ενδιάμεσο, ωστόσο, παρεμβάλλονται, με δύο διαφορετικές γραμματοσειρές κάθε φορά, οι σκέψεις των συνομιλητών από τη μία και η ποιητική γραφή από την άλλη, η οποία βρίσκεται ουσιαστικά και στο κέντρο της αφήγησης, όπως αυτή τίθεται τοπο:λογικά μέσα στο βιβλίο, καθώς η ποίηση επαναδιαπραγματεύεται με διαφορετικούς πλέον όρους το εκάστοτε αντικείμενο της συζήτησης. Ο αναγνώστης θα συναντήσει επιπλέον κομμάτια που θα μπορούσαν να αποτελούν και μέρη ενός πεζογραφήματος.

 Από αφηγηματολογικής, συνεπώς, απόψεως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Γιώργος Δουατζής χειρίζεται τον αφηγητή: το βιβλίο ξεκινά με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δημοσιογράφου, περνάει στα διαλογικά μέρη, υιοθετεί τον εσωτερικό μονόλογο των δύο συνομιλητών στα ενδιάμεσα, διαμεσολαβεί το πρόσωπο του ομιλούντος ποιητικού υποκειμένου και εν συνεχεία προχωρεί ευρηματικά σε δύο νέα στοιχεία — στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ποιητή (ή συγγραφέα μάλλον του βιβλίου;) του απευθυνόμενου πλέον άμεσα στον αναγνώστη αλλά και στη συζήτηση μεταξύ των δύο συνομιλητών για τον αφηγητή-συγγραφέα του βιβλίου. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πρόσωπα αναγνωρίζονται ως ήρωες της μυθοπλασίας, που πιστοποιούν την αλήθεια της. Αξιόλογο στοιχείο, διά του προαναφερόμενου χειρισμού,  είναι η απόφανση για την αφηγηματική περσόνα: το μήνυμα είναι σαφές, ο συγγραφέας βρίσκεται παντού, «μετα:μορφωμένος διά της ιδέας και όχι διά της βιογραφικής σηματοδότησής του», προκειμένου να βρει τρόπους ώστε να επικοινωνήσει την ιδεολογική θέση, η οποία και στηρίζει το εκάστοτε οικοδόμημά του.   Στην ουσία ο Γιώργος Δουατζής γράφει θεωρητικά (διαλογικά μέρη) αλλά και πρακτικά (δομώντας το βιβλίο και κάνοντας επιλογές) αφενός για την πρακτική της αφήγησης πραγματικών και υπαρκτών συμβάντων/γεγονότων (δημοσιογραφία/συνέντευξη) και αφετέρου για την κατασκευή της εξιστόρησης του «μύθου» (λογοτεχνία: ποίηση και πεζογραφία). Το θέατρο, μέσα από τα διαλογικά μέρη είναι παρόν επίσης.

.

.

.

Η πραγματικότητα της δημοσιογραφίας, ωστόσο, θα μπορούσε να διαπλέκεται κάλλιστα με το «μύθο» της λογοτεχνίας καθιστώντας τη λογοτεχνία ένα αντιαισθητικό όχημα βιογραφικού υλικού, όπως επίσης και η βιογραφική χρήση της λογοτεχνίας θα μπορούσε να τέμνεται με τη μυθομανία της δημοσιογραφίας.  Εν ολίγοις, στο βιβλίο διακρίνονται προβληματισμοί που σχετίζονται με τις τεχνικές, τη δύναμη και τη λειτουργία των δύο Λόγων, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό – προβληματισμοί που φέρουν στην επιφάνεια συγκρούσεις, αυταπάτες και απομυθοποιήσεις.

Ποιος άραγε είναι ο ρόλος αυτών των δύο δημόσιων Λόγων και τι αξία μπορεί να έχουν και οι δύο όταν ο στόχος τους δεν είναι ανθρωποκεντρικός; Όταν αντιθέτως συνιστούν μία απλή κατασκευή, όχι για την αποκάλυψη και τον εξορκισμό της τραγικής ανθρώπινης μοίρας αλλά για τη συγκάλυψή της με τεχνάσματα, θέσεις και συμπεριφορές, που καθιστούν τον άνθρωπο ακόμη τραγικότερο; Ποια τελικά είναι η αξία του λόγου της ποίησης (αλλά και όλης της λογοτεχνίας), πόσο «μεγάλος» μπορεί να είναι αυτός ο λόγος, όταν ο επιτηρητής της έχει αποτύχει στο πανανθρώπινο ζητούμενο που είναι η αγάπη πρωτίστως για τον ίδιο και κατ’ επέκτασιν γι’ αυτούς που εννοείται ότι υπηρετεί;  Οι γράφοντες αναρωτιούνται για την ουσία της διαδικασίας της γραφής ή προτάσσουν ναρκισσευόμενοι το μέγεθος της εικόνας της εικόνας τους… της ομιχλώδους και ασαφούς σκιάς τους; 

Tι «σύμπτωμα» είναι αυτό ώστε να δημοσιοποιείται και εξ ονόματος ποιας «ελευθερίας», όταν ο ίδιος ο γράφων είναι γερά πιασμένος στο δόκανο μιας εσωτερικής ανελευθερίας που η γραφή δεν κατορθώνει να πατάξει, αλλά και της ανελευθερίας επιπλέον που τον αναγκάζει να κινείται σε κοινωνικές δομές που ο ίδιος δεν έχει επιλέξει; Είναι ο γράφων ένας δημοσιογράφος υποταγμένος στα τραστ της συγγραφικής κλίκας και πώς διαφοροποιείται από τον πολιτικό; Τι ακριβώς «πουλάει» εκδιδόμενος; Eίδηση πόνου, μεγαλείου, ανωτερότητας, αυτάρκειας ή μήπως μία απέλπιδα κραυγή αναγνώρισης, που θα μπορούσε να ονομαστεί και ματαιοδοξία;  

Kι αν έχει ανάγκη από αυτήν την «αναγνώριση», είναι άραγε το «αναγνωρίσιμο» δημιούργημα που λειτουργεί ως μία εν δυνάμει «υπόσχεση» για τo αίτημα αυτό ή συνιστά εντέλει ο ίδιος τη χρυσή τομή μιας a priori αυτοαναγνώρισης ως δημιουργού ενός κόσμου που ανασυντίθεται εκ του μηδενός; Ποια θέση, άραγε, οικειοποιείται έναντι της πράξης της γραφής, αυτήν του «μικρού θεού» έναντι του εαυτού του ή αυτήν του «θεού» έναντι του κόσμου; Ποια η σχέση του με τον θάνατο εντέλει;

Το μόνον που θα μπορούμε να πούμε είναι:  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη…  Απαντήστε! Ή μάλλον μείνετε μαζί μας, κύριε Ευχέτη, γιατί απαντήσατε σεμνά και με πάσα ειλικρίνεια, και σας έχουμε ανάγκη…

.

.

 www.douatzis.gr

.

.

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 62 other followers