RSS

Category Archives: Πεζογραφία (ελληνική)

Kωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή

 


(…) Ένας ρακοσυλλέκτης, κοντούλης και λιπόσαρκος σαν κορίτσι, πάσχιζε να κουμαντάρει ένα τεράστιο ψυγείο όμοιο με δίφυλλη ντουλάπα, που κάποιος είχε αφήσει δίπλα στον κάδο απορριμμάτων. Κανονικά το ζήτημα θα τελείωνε εκεί και θα γύριζε αμέσως στην καρέκλα του, τρυγητές σκουπιδιών σαν αυτόν περνούσαν δεκάδες κάθε βράδυ, όμως τούτη εδώ ήταν διαφορετική περίπτωση. Η εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και του αντικειμένου που πάσχιζε να μεταφέρει –ένα μεταλλικό θηρίο ύψους σχεδόν δύο μέτρων και πλάτους κοντά ενάμισι, απ’ αυτά με την παγομηχανή, το βρυσάκι και τη δυνατότητα ενσωμάτωσης τηλεόρασης στην πρόσοψή τους καθιστούσε το όλο εγχείρημα αξιοθέατη αποκοτιά.
Περίεργος να μάθει τι σόι κατάληξη θα είχε τούτη η άνιση αναμέτρηση, έγειρε πάνω απ’ το κάγκελο, ώστε να βλέπει καλύτερα. Ο ανθρωπάκος ακόμη έψαχνε πώς θα τα καταφέρει. Μια δοκίμαζε να το σπρώξει από πίσω, την άλλη να το τραβήξει από μπροστά, την επόμενη επιχειρούσε να το εκτοπίσει με την πλάτη· πάλευε με χέρια και με πόδια, δαιμονιζόταν. Σαν έβλεπε να μην έχει αποτέλεσμα, επιστράτευε ταυτόχρονα χέρια, πόδια, ώμους, λεκάνη, ως και με το κεφάλι έσπρωχνε. Έβαζε τα δυνατά του όρθιος, λυγισμένος, γονατιστός, ξανά και ξανά και απ’ τη λύσσα του να το πάρει μαζί του ως και να το φορτωθεί δοκίμασε. Δίχως να σκεφτεί σε τι κίνδυνο έβαζε τον εαυτό του άνοιξε τις πόρτες, χώθηκε μέσα ο μισός και άρχισε άφρονα να το ταρακουνά με σκοπό να το γείρει όλο πάνω του. Ευτυχώς που το βάρος και ο όγκος του ψυγείου δεν του το επέτρεψαν, ειδάλλως θα τον πλάκωνε και θα πήγαινε σίγουρα χαμένος.


Και όμως, παρότι θα είχε αντιληφθεί πια μετά από τέτοιο παίδεμα πόσο φιλόδοξο ήταν το εγχείρημά του, δεν καταδεχόταν να το βάλει κάτω. Αντί να κλονιστεί έστω το ηθικό του έπειτα από τόσες αποτυχημένες απόπειρες ή ν’ απογοητευτεί και να δεχτεί πως μάταια επιμένει, εκείνος συνέχιζε κάθε φορά με την ίδια άοκνη επιμονή και έσπαγε το κεφάλι του να βρει λύση. Ακόμη και όταν κάποια απ’ τις υπεράνθρωπες απόπειρές του τον άφηνε τόσο εξαντλημένο, που παραπατούσε σαν μεθυσμένος, αντί να καθίσει να πάρει μια ανάσα, να σταθεί λίγο ώσπου να ξαποστάσει, προτιμούσε να περιφέρεται γύρω απ’ το εύρημά του, ψάχνοντας να εντοπίσει κάποια εσοχή που του είχε διαφύγει ως τότε, κανένα βολικό πιάσιμο ή λαβή που θα μπορούσε να τον διευκολύνει στην επόμενη προσπάθειά του. Και πράγματι, πού και πού σαν από θαύμα κατόρθωνε να το μετατοπίσει μερικά εκατοστά. Μια δυο απ’ αυτές τις ασήμαντες και τόσο σπάνιες προωθήσεις πάνω στη τραχιά, γεμάτη μπαλώματα άσφαλτο παρήγαγαν τους οξείς θορύβους, που τράβηξαν νωρίτερα την προσοχή του.
Μα φαίνεται πως κάθε κερδισμένος πόντος απαιτούσε τόση ενέργεια, κάθε λειψό βήμα προς τα μπρος σήμαινε τέτοιο ξεπάτωμα που, όταν δοκίμαζε να επαναλάβει το ίδιο, αποτύγχανε. Και τότε η δουλευτάρικη φιγούρα του άρχιζε πάλι να στριφογυρίζει μπας και σκαρφιστεί τίποτα καινούργιο. Με το ένα και το άλλο πάντως μέσα σε μισή ώρα κατάφερε να διασχίσει το δρόμο, μα τώρα τον περίμενε η πρόκληση του πεζοδρομίου που στην περίπτωσή του φάνταζε ανυπέρβλητη. (…)

Παιδευόταν ακόμη να το ανεβάσει στο πεζοδρόμιο, όταν εμφανίστηκαν δύο συμπατριώτες του –το σουλούπι, τα χρώματα, τα ρούχα σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγούσαν–, ρακοσυλλέκτες και εκείνοι, μα πιο οργανωμένοι· σ’ αντίθεση με τον ακαταπόνητο συνάδελφό τους, που εκτός από το πείσμα του διέθετε όλο κι όλο τα υπολείμματα ενός δίτροχου τρόλεϊ (απ’ αυτά που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι για τα ψώνια της λαϊκής), οι νεοφερμένοι, αντί να ενεργούν κατά μόνας, συγκροτούσαν κανονική ομάδα και κυρίως έσπρωχναν ένα ολοκαίνουργιο καρότσι σουπερμάρκετ. (…) Δεν πρέπει να είχαν προσχεδιάσει τίποτε ούτε πρέπει να ήταν αυτή η συνήθης τακτική τους, μα απ’ τη στιγμή που αντίκρισαν εκείνο το πολύτιμο σκουπίδι και διαπίστωσαν πως φυλάγεται από έναν μόνο και μάλιστα του χεριού τους, φαίνεται πως τους κυρίευσε η απληστία. Και έτσι, αντί να συνεχίσουν ευχαριστημένοι που θα έφταναν αυτοί πρώτοι στους επόμενους κάδους και τα καλούδια που έκρυβαν στα σωθικά τους, αποφάσισαν να πάνε κατευθείαν για τα πολλά.
Βόλεψαν το καρότσι τους ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και με την αυτοπεποίθηση που δίνει η αριθμητική υπεροχή, παρέκαμψαν επιδεικτικά τον επίδοξο κάτοχο του ψυγείου και άρχισαν ανενόχλητοι να το εξετάζουν σαν να ήταν κιόλας δικό τους. Αλλά, ενώ όλα συνηγορούσαν πως όπου να ’ναι θα ξεσπούσε καβγάς –για την ακρίβεια πόλεμο κανονικό μύριζε η ατμόσφαιρα–, συνέβη το εντελώς αντίθετο. Σαν να ξέχασαν για λίγες στιγμές τις αμείλικτες προτεραιότητες που κυβερνούσαν τις ζωές τους και να ξανάγιναν αυτό που ήταν ως το μεδούλι τους, ταπεινοί άνθρωποι δηλαδή που εργάζονταν σκληρά προκειμένου να επιβιώσουν, οι τρεις τους ενώθηκαν γύρω απ’ αυτή την πεταμένη υπερβολή που συμβόλιζε την αφθονία των άλλων και υπενθύμιζε με τον πιο προκλητικό, τον πιο αμείλικτο τρόπο, τη δική τους φτώχεια.(…) Σε μια προσπάθεια ν’ απαλλαχθεί από δαύτους ο μικρός σήκωσε κεφάλι και επιχείρησε να τους απωθήσει με σπρωξιές και ξεφωνητά. Ο πιο αρχηγικός από τους άλλους δύο δεν άφησε αναπάντητη τούτη τη μικρή εξέγερση. Ύψωσε το εξάρτημα που κρατούσε στο χέρι, έναν αυτοσχέδιο γάντζο, φτιαγμένο από το στέλεχος κάποιου ρολού βαψίματος με τον οποίο συνέλεγε ό,τι τον ενδιέφερε από τους κάδους, και το ανέμισε προειδοποιητικά. Ο μικρός δεν είχε καμιά ελπίδα μαζί του και έδειξε να το ξέρει, γιατί παραμέρισε δίχως να φέρει την παραμικρή αντίσταση. Σε ανταπόδοση ο νταής δεν ασχολήθηκε άλλο μαζί του.
Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ’ τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ’ τις τεχνίτρες του, που αμειβόταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες.
Τα γεγονότα κάτω στο δρόμο τον δικαίωναν πανηγυρικά.(…)


Τον έμπασε στο σπίτι, του ένευσε, ξεχνώντας προφανώς όσα σκέφτονταν πριν λίγο για την υγιεινή του, πως δεν ήταν ανάγκη να στέκεται όρθιος κι έτρεξε στο μπάνιο να φέρει απ’ το ντουλάπι του καθρέφτη το ιώδιο και το βαμβάκι. Γυρίζοντας τον βρήκε να στέκεται εκεί που τον άφησε, δίπλα στην είσοδο. Τράβηξε μια καρέκλα της τραπεζαρίας ακριβώς μπροστά στην πόρτα της κουζίνας, γιατί σ’ εκείνο το σημείο είχε περισσότερο φως, τον έβαλε να καθίσει –ξεχνώντας και πάλι σε τι κατάσταση ήταν τα ρούχα του– και άρχισε να του καθαρίζει το τραύμα. Θα πρέπει να υπέφερε έτσι όπως τον πασπάτευε πάνω στο σχίσιμο, μα αποδείχθηκε σκληρό καρύδι. Με μια καρτερία ασυνήθιστη για άτομο της ηλικίας του δεν επέτρεψε στον εαυτό του ούτε ένα μορφασμό. Σαν έκρινε όμως πως τραβούσε πολύ όλο αυτό, έγινε ανυπόμονος, άρχισε να δυσανασχετεί, από ένα σημείο και μετά δεν κρατιόταν.
«Κάτσε ντε, δεν τελειώσαμε ακόμη», τον ψευτομάλωνε, βλέποντας να μην τον χωράει ο τόπος· «είπαμε να κάνουμε μια δουλειά, μην την αφήσουμε στη μέση».
Πόσα απ’ αυτά καταλάβαινε είναι άγνωστο, πάντως παρέμεινε στη θέση του ως το τέλος.
Όταν πια πείστηκε πως έγιναν όλα όπως έπρεπε, του ζήτησε να κάνει λίγο ακόμη υπομονή και ξαναέτρεξε προς το μπάνιο, γιατί αν θυμόταν καλά κάπου υπήρχαν μερικά χανζαπλάστ που το μέγεθός τους ταίριαζε στην περίπτωση. Χρειάστηκε να σκαλίσει τρεις φορές το ψάθινο καλάθι που φύλαγαν κάτι τέτοια πράγματα, μα στο τέλος βρήκε ό,τι έψαχνε.
Επέστρεψε, κόλλησε προσεκτικά τη γάζα και πίεσε με το δάκτυλο, για να εφαρμόσει όσο καλύτερα γινόταν.
Αν εξαιρούσε κανείς τα ξεραμένα αίματα και τα σημάδια που άφησε το ιώδιο, έδειχνε ήδη άλλος άνθρωπος. Τον χάιδεψε τρυφερά στο μάγουλο, για να του δείξει πως όλα ήταν εντάξει τώρα. Ύστερα ψάχτηκε, βρήκε ένα διπλωμένο δεκάρικο και του το έδειξε. «Μου υπόσχεσαι πως δεν έχει άλλη δουλειά για σένα απόψε;» ρώτησε, λες και μπορούσε να τον καταλάβει. Μετά του πέρασε στο χέρι το χαρτονόμισμα και του έτριψε μαλακά το κεφάλι, για να του δώσει να καταλάβει πως μπορούσε να πηγαίνει.
Το παιδί φανερά μπερδεμένο κοίταγε πότε αυτόν και πότε τα λεφτά στη χούφτα του. Έπειτα κάτι συνέβη μέσα του και το ύφος του άλλαξε εντελώς. Το σάστισμα άρχισε να υποχωρεί, ώσπου το βλέμμα του απέκτησε εκείνη την άγρυπνη, νευρώδη ματιά όσων ζουν σε κατάσταση επιφυλακής για πολύ καιρό. Ο Αργύρης πίστεψε πως κάτι προσπαθούσε να του πει, ίσως ήθελε να τον ευχαριστήσει για τις φροντίδες, μα καθώς δεν γνώριζε λέξη ελληνικά δυσκολευόταν. Για να τον απαλλάξει απ’ την υποχρέωση, τον χτύπησε καθησυχαστικά στην πλάτη και υπογράμμισε την κίνησή του με μια γκριμάτσα ικανοποίησης.

Και τότε κάτι παράξενο συνέβη· σαν να έλαβε κάποιο μήνυμα, το αγόρι βιάστηκε να χώσει σε κάποια τσέπη το δεκάρικο, τον πλησίασε, λύγισε τα γόνατα, κάθισε ανακούρκουδα μπροστά του, άγγιξε με τρόπο τον καβάλο του και πήγε να τον ξεκουμπώσει. Με κάποια καθυστέρηση τινάχτηκε έντρομος πίσω, μα η αργοπορημένη αντίδρασή του υπήρξε τόσο βίαιη, ώστε παρέσυρε μαζί του και το νεαρό. Στις πιάτσες που στάθμευε είχε τύχει ν’ ακούσει από άλλους οδηγούς πως πολλά απ’ αυτά τα χαμίνια πρόσφεραν το σώμα τους για μερικά κέρματα, μα δεν φανταζόταν ποτέ να το δει να συμβαίνει μπροστά του και μάλιστα μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του, έκανε νόημα στο αγόρι να σηκωθεί. Εκείνος υπάκουσε αμέσως και στήθηκε πειθήνια σαν στρατιώτης που περιμένει παράγγελμα. Τώρα που η απορία και ο φόβος είχαν επιστρέψει στο βλέμμα του, έμοιαζε ακόμη μικρότερος. Μια σταλιά παιδί έδειχνε.
Αδύνατο να του θυμώσει. Και ύστερα τι έφταιγε αυτός; Το στομάχι του προσπαθούσε να γεμίσει. Από πού και ως πού θα τον έκρινε;
«Στάσου λίγο», ένευσε αγχωμένος και χώθηκε στην κουζίνα με σκοπό να του βρει τίποτα φαγώσιμο.
Έψαχνε ακόμη στα ντουλάπια μήπως ανακαλύψει κανένα μπισκότο, γιατί κάτι γκοφρέτες που είχε εντοπίσει ήδη του φαίνονταν ακατάλληλες για την περίσταση, όταν άκουσε τις τσιρίδες απ’ το σαλόνι. Πανικόβλητος κατευθύνθηκε προς τα εκεί και είδε τη Βάσω, κίτρινη σαν το κερί, να στέκεται κοκκαλωμένη μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Έσπευσε να την καθησυχάσει εξηγώντας της τι είχε συμβεί. Εκείνη, δίχως να παίρνει το βλέμμα της απ’ τον μπαταρισμένο ξένο, πάσχιζε να συνέλθει απ’ την τρομάρα. Μα μόλις επανήλθε η αναπνοή της σε κανονικά επίπεδα και εμπέδωσε πως δεν κινδυνεύει, άλλαξε στάση. Δεν ήταν πια μια κοψοχολιασμένη γυναικούλα αλλά έξαλλη θηλυκιά που επέστρεψε στη φωλιά της, τη βρήκε παραβιασμένη και ετοιμαζόταν να τιμωρήσει όποιον ήταν υπεύθυνος ή είχε συμμετάσχει σ’ αυτό το έγκλημα. Τη φοβόσουν έτσι όπως έκανε.
«Σκέφτηκα να του δώσω κάτι να φάει», προσπάθησε να εξηγήσει δείχνοντας τις γκοφρέτες που κρατούσε στο χέρι του.
«Θέλω να φύγει τώρα, αυτή τη στιγμή, το κατάλαβες;» μούγκρισε η Βάσω.
«Τον χτύπησαν εδώ από κάτω, κρίμα είναι», είπε ξανά και άπλωσε το χέρι να της δείξει την πληγή στο μέτωπο του παιδιού.
«ΚΑΙ ΜΗΝ ΤΟΝ ΠΙΑΝΕΙΣ» ούρλιαξε –παραμορφωμένη από σιχαμάρα– με όσο αέρα είχαν τα πνευμόνια της. (…)

 

.

.

.


(…) Ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της ζωής του, η πιο ηλίθια από τις απερισκεψίες του, που όσα χρόνια και αν περνούσαν δεν θα συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του, ήταν όταν το Χειμώνα του 2004 υπέκυψε στις πιέσεις της γυναίκας του να εκμεταλλευτούν τις απίστευτες προσφορές ενός ταξιδιωτικού γραφείου και δέχτηκε να πάνε διακοπές σ’ ένα μέρος που λέγεται Πουκέτ. Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις βδομάδες από το φοβερό τσουνάμι, που ερήμωσε τεράστιες περιοχές, σκότωσε πάνω από διακόσιες χιλιάδες ανθρώπους και λιάνισε τις ζωές και τις περιουσίες εκατομμυρίων άλλων. Σ’ εκείνο το μέρος λοιπόν, το στιγματισμένο από το θάνατο και την απόγνωση, οι άτεγκτοι κανόνες του κέρδους βρήκαν τρόπο να περιορίσουν τη χασούρα σκορπώντας στα πέρατα της γης το μήνυμα πως ο επίγειος παράδεισος που διαφέντευαν άντεξε τη σύγκρουση με τις δυνάμεις της καταστροφής και οι πύλες του παρέμεναν ανοικτές σε όποιον επιθυμούσε να τις διαβεί. Τέσσερις φορές κάτω απ’ τις τιμές που ίσχυαν πριν την καταστροφή κόστιζε εκείνο το προνόμιο.

Αυτός, ο Αργύρης Τρίκορφος, γεννημένος στη Νέα Ιωνία και μεγαλωμένος στο Νέο Ηράκλειο της Αθήνας, γιος ενός δουλευταρά άντρα, που από σεβασμό στην εργατική του καταγωγή παρά την προκοπή του έζησε όλη του τη ζωή ασκητικά, και μιας εξίσου έντιμης γυναίκας με απώτερες ρίζες στα κολιγοχώρια του θεσσαλικού κάμπου, ανιψιός κάποιου που προτίμησε, πριν καλά-καλά αντρωθεί, να αφήσει τα κόκκαλά του σε κάποιο βουνό της Δυτικής Ελλάδας παρά να απαρνηθεί τις ιδέες του, βρέθηκε, μόλις μερικά χρόνια πριν αρχίσουν και τα δικά του βάσανα, να κυκλοφορεί με παρδαλές βερμούδες και πουκαμίσες, γελοία καπέλα και ακόμη πιο γελοίες προσδοκίες για ένα αξέχαστο δεκαήμερο, όταν γύρω του ένας ολόκληρος λαός πενθούσε τους νεκρούς του και προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια του, βωλοδέρνοντας ανάμεσα σε ερείπια και μουχλιασμένα απ’ την υγρασία βουνά χαλασμάτων. Φυσικά και τους έκαναν να αισθανθούν καλοδεχούμενοι, γιατί οι ντόπιοι άλλο τρόπο να ζήσουν από το συνάλλαγμά τους δεν είχαν· εννοείται πως καμία, απολύτως καμία απαίτησή τους δεν θεωρήθηκε υπερβολική και έτυχαν εξαιρετικής περιποίησης από στρατιές πρόθυμων, σχεδόν δουλικών υπαλλήλων, που έδειχναν ικανοί για όλα στην προοπτική φιλοδωρήματος, μα όλες αυτές οι πληρωμένες γαλιφιές δεν άλλαζαν την πραγματικότητα.

Οι δυο τους, μαζί με χιλιάδες άλλους δυτικούς, κολυμπούσαν σε σμαραγδένια νερά και λιάζονταν σε εξωτικές παραλίες, τα μεσημέρια περιδρόμιαζαν σε απεριόριστες ποσότητες πολύχρωμα πιάτα υβριδικής κουζίνας, τα απογεύματα έπιναν χυμούς τροπικών φρούτων και αργά το βράδυ δροσίζονταν με περίτεχνα κοκτέιλ δίπλα σε φωτισμένες πισίνες· στις βόλτες τους αγόραζαν χειροποίητα αναμνηστικά για πενταροδεκάρες ή απολάμβαναν τις ανέσεις των πολυτελών δωματίων τους παραβλέποντας ότι στην πατρίδα τους ακόμη και τα κοτέτσια κόστιζαν ακριβότερα. Όλα έμοιαζαν ασφαλή, οργανωμένα στην εντέλεια και πολυτελή, αρκεί να έκλεινες τα μάτια για να μη δεις τη θλίψη αυτών που σε σέρβιραν, σε μετέφεραν ή σε διασκέδαζαν, αρκεί να έπιανες τη μύτη, αν ήσουν αρκετά τολμηρός για να βγεις από την επικράτεια των άθικτων από την καταστροφή ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και τύχαινε να περάσεις κοντά σε κάποιο κυβερνητικό κτήριο γεμάτο πτώματα σε αποσύνθεση, που ανέμεναν τη σειρά τους για να αναγνωριστούν και να ταφούν. Το επιχείρημα της Βάσως και κάποιων συμπατριωτών τους, με τους οποίους το συζήτησε, ότι το βλέπει λάθος και ότι τάχα η παρουσία τους εγγυόταν την επιβίωσή τους, απλά δεν τον έπειθε. Δεν υπήρχε τίποτα το ανθρωπιστικό στην απόφασή τους να περάσουν βασιλικά μόνο και μόνο γιατί είχαν την ευκαιρία. Γι’ αυτό δεν καταδέχτηκε να μιλήσει στη γλώσσα της με την ξένη γυναίκα και την άφησε να ξεφωνίζει.Τον εαυτό της αδικούσε παριστάνοντας πως δεν καταλαβαίνει πού βρίσκεται και τι συμβαίνει γύρω της.

Έπρεπε να γνωρίζει, οι τόποι είναι οι άνθρωποι· και αυτό το μέρος μαζί με τους ανθρώπους του είχαν εμπλακεί ξανά σε μια φοβερή δοκιμασία, έναν Αρμαγεδώνα που δεν είχε βέβαια τη δραματικότητα ενός ωκεάνιου κύματος δέκα, είκοσι ή τριάντα μέτρων και δεν θα σκότωνε με τη μία χιλιάδες ούτε θα έθαβε στη λάσπη ολόκληρες πόλεις, μα όποιος είχε μάτια να δει το έβλεπε πως εξελισσόταν σε δοκιμασία εξίσου τρομακτική, γιατί η αβέβαιη έκβασή της ίσως τους στερούσε κάτι σημαντικότερο απ’ τις περιουσίες τους και τον τρόπο ζωής τους· την περηφάνια τους θα ξεπάστρευε, θα κατάπινε την όρεξή τους για προσπάθεια και διάκριση και θα τους ξέκοβε μια κι έξω απ’ τις γενέθλιες αρχές τους, που, όσο και αν είχαν ξεθωριάσει και λησμονηθεί, παρέμεναν σημαντικές. Και έπρεπε όλοι να το σεβαστούν τούτο το επερχόμενο λιάνισμα, ειδικά όσοι ήταν περαστικοί. Αυτό ήταν το σωστό. Όποιος δεν το καταλάβαινε κακώς βρισκόταν εδώ. (…)

.

.

.

.

Ξανάστρεψε το βλέμμα ψηλά. Το σύννεφο είχε κιόλας φτάσει από πάνω τους. Χοντρές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Έγειρε προς τα πίσω και άνοιξε τα χέρια με τις παλάμες προς τον ουρανό, να αισθανθεί τη δύναμη της φύσης. Η ψιχάλα πύκνωσε, έγινε κανονική βροχή, μέσα σε μερικές στιγμές εξελίχθηκε σε μπόρα τρομερή, που όσο πήγαινε και αγρίευε. Αλλά δεν ήταν νερό καθαρό αυτό που έπεφτε. Λάσπη πηχτή έβρεχε. Χοντρά κομμάτια μουσκεμένου χώματος, στο χρώμα του πεθαμένου αίματος, ρίχνονταν με τρομερή ορμή από ψηλά βάφοντας ό,τι ακουμπούσαν. Κόκκινη λάσπη έσταζε από τις μύτες των αγαλμάτων, λούνη ερυθρή έρρεε απ’ τα ρείθρα του μητροπολιτικού ναού, οι θάμνοι στα παρτέρια πήραν να γίνονται μπορντό, η πρασινάδα των δέντρων μουντζουρώθηκε. Και δεν έπεφτε μονάχα κατακόρυφα η ματωμένη εκείνη βροχή· στιγμές-στιγμές ανάλογα με τα τερτίπια του αέρα δημιουργούσε κύματα οριζόντια, που λέρωναν τους τοίχους μέχρι ψηλά, πυκνές ριπές πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη, σχημάτιζαν μικρούς στροβίλους που τρύπωναν μέσα από ανοιχτά παράθυρα και πόρτες.
Κοίταξε τον κόσμο, που έτρεχε πανικόβλητος να κρυφτεί. Ακόμη και όσοι πίστευαν μέχρι πριν λίγο πως είναι ασφαλείς κάτω από τις τέντες και τα στέγαστρα αναγκάζονταν τώρα να εγκαταλείψουν άρον-άρον τα τραπέζια τους κι έψαχναν καταφύγιο στο εσωτερικό των κτηρίων.
Μονάχα αυτός και τα παιδιά, που φρόντιζαν το σκύλο, στέκονταν ακόμη έξω αψηφώντας τον κατακλυσμό. Το αγόρι είχε γείρει πάνω από την κοπέλα και τη σκέπαζε όσο μπορούσε με το σώμα του, να την προστατέψει από τη βροχή. Σήκωσε ξανά το κεφάλι προς τα πάνω, χωρίς να νοιάζεται για τη λάσπη, που έμπαινε στα μάτια του. Σκοτεινιά είχε απλωθεί σ’ ολόκληρο τον ουρανό· απ’ άκρη σ’ άκρη δεν υπήρχε ούτε μια φωτεινή χαραμάδα, που να μαρτυρά πως τούτο το κακό ήταν περαστικό. Κι όμως, τα πράγματα θα καλυτέρευαν κάποτε, αποφάσισε· πρώτα θα χειροτέρευαν και μετά θα καλυτέρευαν πάλι.

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013

Μία ανάγνωση του βιβλίου:

H δομική οργάνωση του μυθιστορήματος μέσα από ένα σύστημα σημείων:

Αργύρης Τρίκορφος ή τα τριάκοντα αργύρια στις 3 κορφές του Γολγοθά της Σιωπής

O Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, ένας από τους πλέον ταλαντούχους και πολλά υποσχόμενους συγγραφείς της γενιάς του, χαρακτηρίζεται, στα προηγούμενα δείγματα δουλειάς του, όχι μόνον από την αξιοσημείωτη χρήση της ελληνικής, την αφηγηματική ικανότητα και τη σοφή δόμηση του θέματος που κάθε φορά πραγματεύεται, αλλά κυρίως από την ορατή φιλοσοφική θέση, που δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά θέση για τη ζωή και για τη λογοτεχνία ταυτόχρονα. Αυτό το  στοιχείο άλλωστε είναι που τον ξεχωρίζει αλλά και τον διαχωρίζει με σαφήνεια, τοποθετώντας τον ανάμεσα όχι μόνον στους άξιους προσοχής έλληνες συγγραφείς αλλά με άνεση και δίπλα σε πολύ καλούς ευρωπαίους ομότεχνούς του.

Η δουλειά του Τζαμιώτη απέχει πολύ από τη συνήθη οπτική του μέσου Έλληνα που αποστέλλει στο τυπογραφείο τα βιβλία του, κυρίως γιατί είναι ένας συγγραφέας, που γράφει συνειδητά, έχοντας εκείνη την ηθική της προάσπισης ενός στόχου και ασφαλώς τα απαραίτητα εργαλεία για να τον υποστηρίξει: βαθιά και αφομοιωμένη γνώση σε πολλαπλούς τομείς, όραμα, χάρισμα και πολύ καλό αισθητήριο σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της λογοτεχνίας. Συνεπώς, η γραφή του Τζαμιώτη δεν είναι της τάξεως μιας απλής εκτονωτικής και ναρκισσιστικής διαδικασίας.

Για τους παραπάνω λόγους συνιστά μια παρήγορη περίπτωση, συνηγορούμενη και από απαραίτητο χάρισμα του λόγου, σε ό,τι αφορά το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, καθώς, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η Ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ να συναγωνιστεί στο χώρο της πεζογραφίας, την παράδοση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, παρά μόνον με λίγες λαμπρές και σποραδικές εξαιρέσεις, που  κατόρθωσαν να επηρεάσουν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι αποκλειστικά σχεδόν και μόνον στο συγχρονικό άξονα, ο οποίος παραμένει και στο ζωτικό χώρο της ανάμνησης, χωρίς, βεβαίως, να αναιρείται η χρησιμότητα της μνήμης. 

Η λογοτεχνία, ωστόσο, στην Ελλάδα, στο πλείστο των περιπτώσεων, παραμένει αυστηρά τοπικιστική και αυτιστική, τουτέστιν ηθογραφική, ανεξαρτήτως θεματολογίας και τοποχρονικής διαπραγμάτευσης του μύθου, που σημαίνει αδιάφορη και επιφανειακή, εάν λάβει κανείς υπόψη την πρόοδο της σκέψης και την αλλαγή της οπτικής γωνίας που οι επιστήμες μάς έδωσαν για την ερμηνεία του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό είναι δηλωτικό της διαπίστωσης ότι πορεία ανθρώπου και επιστήμης δεν τέμνονται αναγκαία, όπως ακριβώς και η όποια αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο δεν εγγυάται και την ταυτόχρονη αλλαγή νοοτροπίας που γαλουχούσε ό,τι προηγήθηκε και θεσμοθετήθηκε.

Η Ελλάδα και η λογοτεχνία της πάσχουν από επαρχιωτισμό, δηλαδή από άγνοια και, κατά συνέπεια, από έναν ναρκισσισμό άνευ ορίων,  από αυτό το  “φούσκωμα” που προκαλεί στον αδαή η εντύπωση του “προνομιούχου” λόγω καταγωγής και όλων των λοιπών φαντασιακών ταυτίσεων κοινωνικής ή εθνικής προέλευσης και σωτηριολογικού προσανατολισμού, που, κατ’ επέκτασιν, τον ωθεί σε επιλογές και συμπεριφορές αυτοκαταστροφικές.

Η Ελλάδα πάσχει και από κομφορμισμό επίσης, ένα τρίτο ιδιαίτερο γνώρισμα του επαρχιωτισμού. Προασπίζεται “εθνικές αξίες” και “εθνικά θέματα” συμπεριλαμβανομένων έργων με λαογραφικό ενδιαφέρον, που κάποτε εξελλίσσονται και σε ιστορικά μυθιστορήματα, οπωσδήποτε κατάλληλα για όσουν θεωρούν βαρετά τα αμιγώς ιστορικά βιβλία, που μόνον ως “εθνικά” δεν μπορούν να εννοηθούν, αν λάβει κανείς υπόψη του τον κοσμοπολίτικο και ουμανιστικό χαρακτήρα του λόγου των “προγόνων”: βεβαίως η ερμηνεία είναι συνήθως καθρεφτική, όταν ο λώρος παραμένει στη θέση του. Είναι γνωστή η συμπτωματολογία της καθήλωσης.

Και η “λογοτεχνία” μίας χώρας, όταν στο σύνολό της και για πολλά χρόνια  έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, αντανακλά τα ήθη του συνόλου, προβαίνοντας στην αυτοκτονική επιλογή της ταύτισής της με την πολιτική. Η Ελλάδα είναι μία φτωχή χώρα με φτωχή λογοτεχνία, αν και θα μπορούσε να είναι μία φτωχή χώρα με πλούσια λογοτεχνία. Θα ήταν πιο λογικό σε πλούσιες χώρες η λογοτεχνία να είναι φτωχότερη. Το καταφύγιο της λογοτεχνίας είναι πολιτικό με την ευρεία έννοια του όρου, διότι ανταπαντά με διαφορετικό τρόπο σε οτιδήποτε ενοχλητικό καταφθάνει έξωθεν, δεν το επαναλαμβάνει. Η Ελλάδα φαίνεται πως επιμένει στον ιστορικό υλισμό σε νεοφιλελεύθερο περιβάλλον, έχοντας εκ παραλλήλου κάκιστες σχέσεις και με τον υπαρξισμό

Σε αυτό το πλαίσιο, η γενιά του ’30 δρέπει, αναπόφευκτα και πιο συλλογικά ως σημείο αναφοράς, νεκρή τις δάφνες και το μανιφέστο της, καθώς, στην πραγματικότητα, πολλοί ενασχολούμενοι με τη συγγραφή, έχουν την όχι και τόσο τιμητική φαντασίωση της εκ νέου ανακάλυψης του τροχού, όταν ο καθόλου ευκαταφρόνητος λογοτεχνικός κόσμος σε παγκόσμιο επίπεδο έχει συνδεθεί, αποσυνδεθεί και επανασυνδεθεί, πάνω από έναν αιώνα, με κάθε λογής “πυραύλους και υποβρύχια”.  Οι αναφορές στο έργο των “προγόνων” και η αψυχολόγητη εμμονή στην “παράδοση” ως σφραγίδα “ελληνικότητας”, όχι μόνον δεν αποτελούν σωσίβιο σωτηρίας για το χώρο της λογοτεχνίας, αλλά συνιστούν και πέτρα στο λαιμό για την  ασφαλή καταβύθιση στα εγχώρια ύδατα, ένεκα της απλής διαπίστωσης ότι το πλούσιο έργο τους, αν και γνωστό, παραμένει αναφομοίωτο. Αυτό και μόνον συνιστά σύμπτωμα, όχι απλώς σε προσωπικό επίπεδο αλλά και σε κοινωνικό, που σημαίνει φορέα της οξείας πολιτιστικής κρίσης που χρόνια ζει ο τόπος και η οποία πυροδότησε και ενίσχυσε την οικονομική κρίση. Η κρίση είναι πρωτίστως πολιτιστική, δηλαδή συνειδησιακή, που σημαίνει ψυχική. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα δεν αναιρούν την αγχίνοια πνεύματος, αναιρούν τη σχέση του πνεύματος με την ψυχή,  και όταν η σχέση αυτή εκλείπει, η συνείδηση απουσιάζει. 

H “ελληνικότητα” του Αισχύλου, που διασχίζει αιώνες την ανθρωπότητα, δεν τέμνεται με την “ελληνικότητα” του έλληνα ηθογράφου, που το πολύ να διασχίσει αγκομαχώντας τα τείχη της γενιάς του ή και κάποιων γενιών ακόμη προσκολλημένων στα έθιμα του τόπου, αλλά μακράν ευρισκομένων από το άχρονο ήθος και την άχρονη αισθητική του. Ήδη εδώ υπάρχει ένα λογικό σφάλμα για το κριτήριο της ποιότητας του έργου, το οποίο εξαίρει το “εθνικό” όχι ως φορέα διαχρονικού νοήματος αλλά ως φορέα συγχρονικής πραγματικότητας με μεσοτοιχίες εκατέρωθεν. Λόγοι στοιχειώδους ευπρέπειας θα ήταν θεμιτό να λειτουργήσουν αποτρεπτικά προς την παράμετρο αυτήν, για να διασωθεί τουλάχιστον η “ελληνικότατη” έννοια της “τιμής”.

Η παραπάνω εισαγωγή, όσον αφορά το λογοτεχνικό εθιμοτυπικό στα εγχώρια,  δεν είναι τυχαία, διότι στο παρόν βιβλίο ο Τζαμιώτης “κινδυνεύει” να “κατηγορηθεί” από όσους έχουν μία διαφορετική οπτική στα της λογοτεχνίας, διότι ανέλαβε ένα πάρα πολύ μεγάλο ρίσκο: ενώ είναι πραγματικός μετρ σε διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της “λογοτεχνικής πραγματικότητας”,  σε αυτό το βιβλίο πραγματεύεται το θέμα της κρίσης,  με την επιλογή του να καταγράψει το φαινόμενο φωτογραφίζοντας, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, ρεαλιστικά την πραγματικότητα. Που σημαίνει ότι δεν επαναδημιουργεί πραγματικότητα, έστω και ρεαλιστική, όπως στα προηγούμενα βιβλία του, αλλά επαναπαράγει την πραγματικότητα.  Ήδη η επιλογή εμπεριέχει, αναπόφευκτα, τον κίνδυνο της απεικόνισης με τη μορφή του ρεπορτάζ.

Κάνοντας, λοιπόν, τον συνήγορο του διαβόλου, μπαίνει το ερώτημα εάν αυτή η θέση, που αποτελεί και το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, πρέπει να μπει ως θέμα, για να μιλήσουμε για το τι ακριβώς κάνει η λογοτεχνία και σε ποια χρονική στιγμή. Θα μπορούσε κανείς να πραγματευτεί στο εδώ και τώρα το εδώ και τώρα με έναν διαφορετικό τρόπο, από τη στιγμή που αποφασίζει να μιλήσει γι’ αυτό; H συγκεκριμένη επιλογή προσέγγισης, που απέχει πολύ από τις προηγούμενες δουλειές του, τον βαραίνει ή τον καταξιώνει; 

Θεωρώ ότι, για να απαντηθεί το ερώτημα, έχουμε να δούμε τις προθέσεις του συγγραφέα στο συγκεκριμένο βιβλίο. Ποια είναι η ομάδα-στόχος του; Κάθε συγγραφέας έχει στο νου του έναν γενικό φανταστικό αναγνώστη. Ποιος είναι αυτός στην προκειμένη περίπτωση; Είναι άτοπο να επιμένει κανείς να κρίνει το οποιοδήποτε έργο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα αυτό. Όπως επίσης είναι άτοπο να κατηγορήσει και την όποια επιλογή, όταν αυτή είναι συνειδητή και σκόπιμη.

Στα προηγούμενα βιβλία του, σίγουρα δεν είναι ο μέσος αναγνώστης. Σε αυτό το βιβλίο όμως υπάρχει μία στροφή προς το μέσο αναγνώστη, ο οποίος έχει ανάγκη από ξεκάθαρα συμβάντα, άκρως ρεαλιστικές αναπαραστάσεις, έναν “δάσκαλο” που να του δείχνει το αυτονόητο “πιάνοντάς τον από το αυτί” (το παράλογο στις κοινωνίες μας έγκειται στο ότι δεν είναι αντιληπτό το αυτονόητο! Αν ήταν, δεν θα ήμαστε ούτε σε Κρίση ούτε σε κρίση) και όχι να του συζητά με φιλοσοφικό τρόπο ή άλλου τύπου λογοτεχνικά εργαλεία, καταπιανόμενος με αφηρημένες έννοιες (πολύ πραγματικές στην ουσία, αλλά αφηρημένες για τον αναγνώστη που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον για ό,τι του μαρτυράει την αλήθεια, λόγω του ψυχολογικού μηχανισμού της αντίστασης). Εν ολίγοις κάποιον που αρχικά να του κάνει τον καθρέφτη, βάζοντάς τον ΟΜΩΣ ενώπιον ενός ηθικού διλλήματος: ζεις σε μία εποχή κρίσης, έχεις χάσει, όπως ο Αργύρης Τρίκορφος, ο ταξιτζής τα πάντα, είσαι βιασμένος και καταχρεωμένος, και ξαφνικά βρίσκεις 300.000 ευρώ, τα οποία δεν σου ανήκουν. Τι κάνεις;

Ποιος μπορεί να απαντήσει με ευκολία στο ερώτημα αυτό;  Το δίλλημα, κατά την άποψή μου, είναι και το σπουδαίο εύρημα του Τζαμιώτη, για να κινηθεί ομόκεντρα εν συνεχεία στους κόλπους της απεικόνισης της πραγματικότητας.  Το κεντρικό του εύρημα δεν είναι ρεαλιστικό, είναι άκρως συμβολικό και φιλοσοφικό, υπό την έννοια ότι η απάντηση από τη μεριά του αναγνώστη δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε αυτόματη και εμπλέκει μία σωρεία πεποιθήσεων, ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι συναντά τη λογική του Αργύρη Τρίκορφου.

Θα ήταν επιπόλαιο να πούμε ότι ο δάσκαλος-Tζαμιώτης μας δίδαξε πώς πρέπει να δίνουμε πίσω ό,τι δεν μας ανήκει. Ο Τρίκορφος περνά έναν Γολγοθά, ταλαντεύεται, νιώθει ενοχές, αποδιοργανώνεται, βρίσκεται σε συνεχείς συγκρούσεις και αποφασίζει για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος τον καθιστά πρόσωπο και όχι αντικείμενο. Δεν είναι χριστιανική η ηθική του Τρίκορφου, πουθενά δεν παραμονεύει η Κόλαση, είναι ελεύθερος να πράξει, αναλαμβάνοντας και τις συνέπειες της πράξης του. Είναι σαρτρικός. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος.

H απάντηση, η συζήτηση, δηλαδή, με τον αναγνώστη, ως τέτοια, διά μέσου της ταύτισης με τον ήρωα, ήδη τον τοποθετεί σε μία διαφορετική διεργασία. Στον έναν πόλο είναι το χρήμα, στον άλλο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια καλύπτεται από το χρήμα ή το χρήμα καταρρακώνει την αξιοπρέπεια; Τι μπορεί να μπει στη θέση της  έλλειψης, από πού αναδύεται ο άνθρωπος; Και πώς κανείς υπερβαίνει ένα στερεότυπο, εάν δεν αναποδογυρίσει ολόκληρο το σύστημα αξιών του και εάν δεν επαναδημιουργήσει ένα νέο μέσα σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα; Η ανατροπή συνιστά απειλή για την οποιαδήποτε ψευδεπίγραφη ταυτότητα, γαντζωμένη σε αυτού του τύπου τις σηματοδοτήσεις.

Το ερώτημα που θέτει ο Τζαμιώτης είναι βαρύ, όταν σε συμβολικό επίπεδο το χρήμα, στο νεοφιλελεύθερο Λόγο, είναι εκείνο που φαίνεται ψευδώς να είναι ικανό να καλύψει κάθε έλλειψη, θορυβώντας με τσίγκο στη σιωπή. Και είναι ακριβώς αυτή η ψευδής αντίληψη, αυτό το πέπλο που σκεπάζει τον τρόμο του κενού και ακυρώνει την πραγματική επιθυμία, οδηγώντας στην έκπτωση των αξιών  καθιστώντας ένα ΠΡΑΓΜΑ, ένα ΣΚΟΥΠΙΔΙ, έναν ρακοσυλλέκτη της ουσίας του τον άνθρωπο. Και αυτή είναι η κρίση, που μεταφράζεται σε χρήμα, καθρεφτίζοντας τη βία της αποπροσωποποίησης των πάντων.

Υπό την έννοια αυτή, ένας σαρτρικός, επί παραδείγματι, λόγος, όσο ευχάριστος και να είναι σε θεωρητικό επίπεδο, σε κατάσταση Κρίσης, μάλλον σε μεγαλύτερη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει, διότι θα ήταν αποτρεπτικός για το στόχο του συγκεκριμένου εγχειρήματος. Το βιβλίο δεν θα διαβαζόταν από αυτούς που πρέπει να διαβαστεί, διότι είναι αυτοί ακριβώς που έχουν να θέσουν στους εαυτούς τους αυτό το απλό, σε πρώτο επίπεδο ερώτημα. Διότι είναι αυτοί που φτιάχνουν την Ιστορία με τις πολιτικές επιλογές τους και τις συμπεριφορές τους. Δεν υπάρχουν περιθώρια για χρήση άλλης γλώσσας. Βρισκόμαστε σε παλινδρόμηση. Και υπό την έννοια αυτή το βιβλίο είναι επιτυχημένο.

 Ο Τζαμιώτης δείχνει ότι μπορεί να κάνει ΚΑΙ αυτό: να είναι “διακριτικός και ευγενής” με την αντίληψη του μέσου αναγνώστη, όπως επίσης και άκρως “αγενής” με τους ενασχολούμενους με τη λογοτεχνία, που, άλλη μία φορά, τους βάζει στο εξαιρετικά δύσκολο ταξίδι της ανακάλυψης και αποκρυπτογράφησης πάρα πολλών σημείων που νοηματοδοτούν κατ’ επανάληψιν ένα σημειολογικό σύστημα στο οποίο έχει στηθεί ολόκληρο το βιβλίο και όπου εκεί ακριβώς βρίσκεται ο “φιλόσοφος” Τζαμιώτης:

Ας δούμε κάποια ερωτήματα:

1. Γιατί ο ήρωας ονομάζεται Αργύρης Τρίκορφος 2. Πώς αιτιολογείται η σχέση του με το σημαίνον “κουμπιά”; 3. Γιατί ο αυτόχειρ Τάκης ασχολείται με τις γραβάτες και τα μαντίλια; 4. Γιατί ο Νικολάου ασχολείται με τις φανέλες και προμηθεύει τον Στρατό; 5. Ποιοι είναι οι εσωτερικοί τόποι δράσης και πώς συνδέονται μεταξύ τους; 6. Ποια θέση έχει η τροφή μέσα στο βιβλίο και σε ποια σημεία επανέρχεται; 6. Γιατί ο μικρός ρακοσυλλέκτης ασχολείται με ένα ψυγείο; 7. Πού εργάζεται η γυναίκα του Αργύρη Τρίκορφου;  7. Πώς συνδέεται ο τάφος με τον ύμνο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας; 8. Πώς συνδέεται η κλήση παράνομου παρκαρίσματος δίπλα σε έναν οίκο ανοχής και ποιον θα συναντήσει εκεί ο Αργύρης;

Θα μπορούσαν να τεθούν ακόμη πάρα πολλά ερωτήματα, τα οποία καταδεικνύουν ότι ο Τζαμιώτης πέρασε με ευφυή τρόπο σε δεύτερο πλάνο την πάγια τακτική κατασκευής των μέχρι στιγμής βιβλίων του, χρησιμοποιώντας την τεχνική που χρησιμοποεί η διαφήμιση και ο κινηματογράφος. Στη διαφήμιση το μήνυμα, στην πρώτη του ανάγνωση, είναι εύπεπτο, υπάρχει πάντα όμως μια μικρή λεπτομέρεια ή περισσότερες που λειτουργούν σε ασυνείδητο επίπεδο, ενισχύοντας το “οφθαλμοφανές” νόημα. Το ίδιο συμβαίνει και στον κινηματογράφο με ένα σύστημα σημείων, που εμφανίζονται σε μία αλυσίδα σημαινόντων, επανανοηματοδοτώντας τις σκηνές και ισχυροποιώντας το κεντρικό σημαίνον που πραγματεύεται ο σκηνοθέτης.

Ο Τζαμιώτης γνωρίζει τους τρόπους, διότι αφενός έχει εργαστεί και στη διαφήμιση και αφετέρου έχει κάνει σπουδές κινηματογράφου. Συνεπώς, το στήσιμο του βιβλίου όχι μόνον δεν είναι αφελές και αυτονόητο, αλλά είναι ακριβώς η ανάγνωση αυτών των σημείων, του δεύτερου επιπέδου δηλαδή, που θα οδηγήσει τον μη μέσο αναγνώση (ή και τον μέσο ακόμη με ασυνείδητη νοηματοδότηση) στην πρόσληψη μιας καθαρά υπαρξιακής συζήτησης, η οποία είναι πολύ κοντά στις αναζητήσεις και στις θέσεις του συγγραφέα. Αν και το νόημα πάντα διαφεύγει,  ο συνειρμός του ονόματος Αργύρης Τρίκορφος, με τα τριάκοντα αργύρια και τις 3 κορφές του Γολγοθά, ήδη δίνει το στίγμα μιας θυσίας στο βωμό του χρήματος και εν σιωπή… ή μάλλον εν μέσω 3 “εν κινήσει σιωπών”, όπως δηλώνει και το εν κινήσει ταξί στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Ποιες να είναι, άραγε, αυτές οι 3 σιωπές; 

Nα διαβαστεί, θα πρότεινα, και με αυτόν τον τρόπο… διότι στο βιβλίο αυτό η ιστορία ξεκινά μετά το τέλος του!

Photos: Ivana Vostrakova

Τα τραγούδια ακούγονται στο βιβλίο

.

.

 

Xάρης Μελιτάς, Ντάμα σπαθί

 

Από μια ιδέα του Οκτάβιο Πας

«Αρκετά τράβηξε το αστείο», ξέσπασε ο Μηνάς. «Ξεπαγιάσαμε. Μας κουβάλησες χειμωνιάτικα στη άκρη του κόσμου κι αντί ν’ ανάψεις το καταραμένο το τζάκι να ζεσταθεί λίγο το κοκαλάκι μας, το ’χεις σκεπάσει με μεταξωτό σεντόνι, λες και μας κρύβεις την κοιμωμένη του δάσους.
Ο Νικόλας είχε σηκωθεί κιόλας όρθιος. «Πάμε να φύγουμε, ρε παιδιά», είπε τρέμοντας. «Ο τύπος μας περνά για πιγκουίνους».
Παρατηρούσα αμήχανος τους φίλους να φορούν τα παλτά τους. Έπρεπε να τους συγκρατήσω – τουλάχιστον για την τιμή των όπλων.
«Καθίστε λίγο ακόμα», κατάφερα να ψελλίσω. «Αν άνοιγε η ντάμα σπαθί θα σήκωνα το τραπέζι. Κι ύστερα χάνω μια περιουσία. Πού πάτε;».
Άκουσα μόνο το γδούπο της εξώπορτας κι ύστερα το θόρυβο του αυτοκινήτου που έσβηνε στη νύχτα.
«Φίλοι να σου πετύχουν», αναστέναξα, αν και ήξερα πως είχαν δίκιο. Δεν έπρεπε να τους καλέσω για πόκερ σ’ αυτή την ερημιά. Εδώ κι ένα μήνα, μου ήταν αδύνατο ν’ ανάψω το τζάκι.
Άνοιξα διάπλατα την μπαλκονόπορτα να δραπετεύσει η τσιγαρίλα. Όσο κι αν λάτρευα την πράσινη τσόχα, ο καπνός μου τριβέλιζε τα μηνίγγια. Απέναντί μου, στεκόταν το δάσος. Δεν το διέκρινα καλά στο σκοτάδι.
Άκουγα όμως τα δέντρα να μιλούν με το βοριά και το χιονόνερο να στάζει ράθυμα στο καλντερίμι. Θα ξύλιαζα τόση ώρα ασάλευτος, όταν ένα παραπονεμένο αλύχτισμα με επανέφερε στα συγκαλά μου. Ο Αντρέας, το αλεπουδάκι μου, πεινούσε. Έβαλα λίγο γάλα σε μια γαβάθα και την απίθωσα προσεκτικά στην βεράντα. Εν τω μεταξύ, ο πονοκέφαλος έκανε θριαμβευτικά την εμφάνισή του. Προσπάθησα μ’ ένα ποτήρι νερό να τον ξεγελάσω. Μάταιος κόπος. Σωριάστηκα στην παλιά πολυθρόνα μου αποκαμωμένος.
Όλη τη νύχτα έψαχνα την ντάμα σπαθί.
Εξαιτίας της έχασα τόσα χρήματα, τόσα χρώματα, καθώς επέμενα να ποντάρω συνέχεια στο άνοιγμά της.
Κι ας ήξερα πως την είχα σκοτώσει…


Queen 6Όλα άρχισαν εκείνο το μοιραίο απόγευμα της περασμένης Άνοιξης. Η δουλειά στο γραφείο ήταν πάντα κουραστική, τελευταία όμως το κακό είχε παραγίνει με τις απολύσεις τριών συναδέλφων. Ανέβηκα σ’ ένα μικρό λόφο στην άκρη της πόλης να πάρω λίγο αέρα και να διαβάσω την εφημερίδα μου. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, σχεδόν καλοκαιρινή. Κάθισα σ’ ένα απόμερο παγκάκι κάτω από μια μικρή ανθισμένη φλαμουριά. Προτού ανοίξω την εφημερίδα, αποφάσισα να της εκφράσω τα φυσιολατρικά μου αισθήματα:
«Τι όμορφη που είσαι», της ψιθύρισα, καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να με προφυλάξει απ’ τις ατίθασες ανοιξιάτικες ηλιαχτίδες. «Θα μου χαρίσεις ένα απ’ τα υπέροχα λουλουδάκια σου;»
Έσκυψε με το πρώτο φύσημα του αγέρα, λυγίζοντας με χάρη τα κλαδιά της, όσο να κόψω ένα λουλούδι.
Συλλογιζόμουν πως είχα περάσει ένα θαυμάσιο απόγευμα, όταν, κατηφορίζοντας για την πόλη, διαπίστωσα ότι δεν ήμουν μόνος. Η μικρή φλαμουριά με είχε ακολουθήσει!
«Γύρισε πίσω κοπέλα μου», άκουσα αποσβολωμένος τον εαυτό μου να νουθετεί το αλλόκοτο δέντρο.
«Δεν είμαι οποιαδήποτε κοπέλα, είμαι η ντάμα σου», με αποστόμωσε κι απλώνοντας ένα κλαδάκι της μ’ έπιασε τρυφερά απ’ το μπράτσο. Άρχισε να μου αραδιάζει ένα σωρό αερολογίες σχετικά με την ανάγκη να συγκατοικήσουμε. «Βαρέθηκα τόσο καιρό στο περιθώριο, πρέπει να βάλω μια τάξη στη ζωή μου», μου εξήγησε επισταμένως. «Λαχταράω τη βουή της πόλης, θέλω να σεργιανίσω στα μαγαζιά, να κοιμηθώ μία φορά σε μαλακό στρώμα. Πάρε με σπίτι σου και δεν θα χάσεις».
«Αδύνατον», είπα με ύφος ιεροκήρυκα. «Ένα τόσο όμορφο δέντρο, δεν βολεύεται σ’ ένα δυάρι».
«Πώς κάνεις έτσι καημένε;» μουρμούρισε η ντάμα μου με απογοήτευση. «Ζήτησα μόνο να ’ρθω μαζί σου. Στο κάτω-κάτω, αν δεν σου κάνω, με φέρνεις αύριο πίσω κι αυτό είναι όλο. Εκτός βέβαια κι αν δε σου αρέσω».

Queen 8Το κακό ήταν ότι μου άρεσε υπερβολικά. Υποχώρησα όμως, κάτι μου έλεγε πως έκανα λάθος.
Εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου σαν πραγματική οικοδέσποινα. Το πρωί με ξυπνούσε μ’ ένα απαλό άγγιγμα των φύλλων της, με αρωμάτιζε με την ανάσα της κι ύστερα κρέμαγε στα κλαδιά της τα ρούχα μου για να διαλέξω την καθημερινή μου αμφίεση πριν ξεκινήσω για το γραφείο.
Το μεσημέρι με δύο φυλλαράκια στην κατσαρόλα, το φαγητό μας μοσχοβολούσε. Κάθε απόγευμα, έβραζε λίγα απ’ τα λουλούδια της και μου ετοίμαζε το πιο καταπραϋντικό τίλιο. «Μπορώ ν’ αλλάξω τα πάντα εδώ μέσα», δήλωνε με καμάρι παρατηρώντας τα παλιά έπιπλά μου. «Φτάνει να με κλαδεύεις τρυφερά κάθε τόσο. Το φλαμούρι μου είναι το καλύτερο ξύλο του κόσμου».
Αλλά η πραγματική παράσταση λάμβανε χώρα αργά το βράδυ.
Άπλωνε στο σώμα μου τους ανθούς της, μ’ έκρυβε ανάμεσα στα κλαδιά της, μ’ άφηνε να γευτώ τους χυμούς της κι ύστερα άνοιγε το κορμί της να βυθιστώ στην άβυσσο του ασίγαστου πάθους της. Για το χατίρι της παραμέλησα τη δουλειά, σταμάτησα να βλέπω τους φίλους μου –ούτε συζήτηση για το καθιερωμένο ποκεράκι της Πέμπτης –διέγραψα αυτομάτως το σινεμά, το θέατρο, τις εκθέσεις, τις συναυλίες, το γήπεδο. Μόνο τηλεόραση βλέπαμε κάπου-κάπου με την αγαπημένη μου – κάτι παράξενα ντοκιμαντέρ για την προστασία του μάνγκο της Μοζαμβίκης και τα τοιαύτα. Όμως τι ρόλο παίζουν τέτοιες λεπτομέρειες μπρος στην πανσέληνο των αισθήσεων και των παραισθήσεων;

Μια νοτερή βραδιά του Ιούνη, η ντάμα μου το παράκανε. Κυριευμένη από μια ατέλειωτη έξαψη, μου προξένησε τόσα σημάδια με τα κλαδιά της, που το σεντόνι μας βάφτηκε με αίμα. Παραξενεύτηκα στ’ αλήθεια με τη μανία της. «Δεν είμαι απλώς η ντάμα σου», μου εξήγησε ξαναμμένη. «Σου είπα μόνο το μικρό μου όνομα. Είμαι η Ντάμα Σπαθί. Να το θυμάσαι».
Ήμουνα τόσο αφοσιωμένος στον έρωτά μας εκείνο το μαγικό καλοκαίρι που δεν έδωσα σημασία στα λόγια της. Με ζηλεύει, συμπέρανα, προσπαθεί να με φοβερίσει.
Queen 6Τα πράγματα, βέβαια, δεν κυλούσαν εξίσου ρόδινα σε όλα τα επίπεδα. Η αγαπημένη μου κατέβαινε κάθε απόγευμα στον ακάλυπτο να κουβεντιάσει με τη μοναχική λεμονιά του διπλανού κήπου. Είχε γεμίσει την είσοδο με πράσινα φύλλα, ο διαχειριστής με κοιτούσε με μισό μάτι. Μια μέρα πάλι, θαυμάζοντας κάτι φορέματα στις βιτρίνες της πλατείας, ξήλωσε τα γαλόνια ενός πλωτάρχη. Ο άνθρωπος έγινε έξαλλος, απειλούσε να καλέσει την Άμεσο Δράση. «Ο κόσμος κουβαλάει τα δέντρα με φορτηγό, όχι στην αγκαλιά του», ούρλιαζε υστερικά στη μέση του δρόμου. Άσε που μόλις μπαίναμε στην ταβέρνα της γειτονιάς γινόταν πραγματικό σούσουρο. Παραγγέλναμε δύο χορτόσουπες και εφτάμισι λίτρα νερό – έπινε τον αγλέουρα το άτιμο δέντρο.

Τα χειρότερα όμως ήρθανε το φθινόπωρο. Με τις πρώτες βροχές, η μικρή φλαμουριά έγινε νευρική, χλωμή, ευερέθιστη, απαιτητική. Δεν φόραγε πια κανένα στολίδι, τα φύλλα της έπεφταν ένα-ένα στο πάτωμα, μέρα τη μέρα έχανε κάτι απ’ τη λάμψη και τη φρεσκάδα της.
«Πρέπει να πάρουμε επειγόντως εξοχικό», αποφάνθηκε ένα μελαγχολικό σούρουπο. «Να μπορώ τουλάχιστον τα σαββατοκύριακα ν’ αντικρίζω ένα πράσι¬νο φύλλο, ένα πεύκο, ένα έλατο, ένα πουλί. Αλλιώς θα πεθάνω από πλήξη προτού μπει ο χειμώνας»

.

Queen 7Πώς θα μπορούσα να αρνηθώ; Χρεώθηκα ως το λαιμό, αλλά πέτυχα κάτι το εξαιρετικό. Μια υπέροχη μικρή αγροικία με θέα βουνό απ’ τη μια και θάλασσα απ’ την άλλη. Ένα μικρό καλντερίμι χώριζε το σπίτι απ’ το άγριο δάσος, ενώ στο βάθος απλωνόταν σμαραγδένιο το πέλαγος.
«Σ’ αρέσει;» ρώτησα με αγωνία μόλις φτάσαμε. «Τούτο το σπίτι θα είναι το καταφύγιό μας. Θα το βάφτιζα Ερημητήριο των Εραστών, αλλά προτίμησα να το βγάλω Ερμιτάζ, μιας και θα γίνει στ’ αλήθεια το παλάτι μας».
«Δεν είναι άσχημο», είπε συγκαταβατικά, κοιτάζοντας επίμονα προς τη μεριά του δάσους. «Μάλιστα σκέφτομαι να μείνω μόνη εδώ για λίγο καιρό – ας βλεπόμαστε προσωρινά το Σαββατοκύριακο. Υπάρχει άφθονο νερό στην περιοχή, κι απ’ ό,τι φαίνεται, αρκετοί φίλοι που δεν θα ’λέγαν όχι στην συντροφιά μου».
Έδωσα τόπο στην οργή. Άλλωστε εκείνη τη νύχτα, το Ερμιτάζ έγινε αληθινό ανάκτορο του έρωτα. Χιλιάδες πίνακες ζωγραφικής ακουμπισμένοι παντού –στους τοίχους, στο πάτωμα, στον καναπέ, στο κρεβάτι– φλέγονταν μέχρι το πρωί, αλλάζοντας σχήματα, μορφές, στάσεις και παραστάσεις.

Με τον ερχομό του χειμώνα, η σχέση μας άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Δεν απαρνιέμαι το μερίδιο της ευθύνης μου. Αναγκάστηκα να μείνω κάμποσες μέρες στην πόλη, πέσανε κάτι έκτακτες δουλειές – πώς θα μπορούσα να τις αφήσω στη μέση με τόσα χρέη; Άρχισα να βλέπω τους φίλους μου, πήγαινα γήπεδο, σινεμά, μέχρι που τηλεφώνησα για καφέ σε δυο παλιές μου αγαπημένες.
Μια παγωμένη Παρασκευή, γέμισα το αμάξι τριαντάφυλλα και ξεκίνησα για το Ερμιτάζ. Η μικρή φλαμουριά με υποδέχτηκε μουτρωμένη. Άρχισε να με βρίζει, να με κατηγορεί και το χειρότερο έβρισκε χίλιες δυο δικαιολογίες για να μην κάνουμε έρωτα. Πότε κρύωνε, πότε βαριότανε, πότε είχε κατάθλιψη.
«Θ’ ανάψω το τζάκι να πλαγιάσουμε στη φλοκάτη», είπα το Σαββατόβραδο. «Πού ξέρεις; Ίσως να βρούμε την παλιά μας φωτιά, να θυμηθούμε την περασμένη Άνοιξη».

Queen 8Στάθηκε όρθια μπροστά μου, ψυχρή, ξερή, απόμακρη, χωρίς μια σπίθα πόθου στο βλέμμα της.
Δεν κρατήθηκα. «Μπορείς να μου εξηγήσεις πού βρέθηκαν όλες αυτές οι πευκοβελόνες και τα μαύρα φτερά στο πάτωμα;» ρώτησα αγριεμένος ανακαλύ¬πτοντας, δήθεν με καθυστέρηση, τη φοβερή ακαταστασία στο σαλόνι. «Μήπως επέδραμε σύσσωμο το δάσος να καταλάβει το Ερμιτάζ και ν’ απαγάγει την πριγκίπισσα; Αλλά δεν φταίει κανένας άλλος, εγώ φταίω, που σ’ έκανα άνθρωπο».
Με κοίταξε με αφόρητο οίκτο. «Κούνια που σε κούναγε», ψέλλισε μέσ’ απ’ τα κλαδιά της. Προτίμησα να μη δώσω συνέχεια στο θέμα, αν και μέσα μου έβραζα ολόκληρος.
Η εκδίκηση όμως σερβίρεται κρύα.

Δεν θα με αποκαλούσαν μαιτρ του τζόγου, αν δεν ήξερα από μπλόφες. Την επομένη Τετάρτη, ζήτησα άδεια απ’ τον διευθυντή μου κι έβαλα πλώρη γιατη φωλιά μας. Άραξα μακριά απ’ το σπίτι και πλησίασα ακροπατώντας, αγνοώντας το ξεροβόρι που πάσχιζε να με σταματήσει. Φθάνοντας σε απόσταση αναπνοής, κάτι αλλόκοτα βογγητά με αναστάτωσαν. Η αγαπημένη μου ούρλιαζε σαν μαινάδα, λυσσομανούσε σαν άγριο θεριό – για μια στιγμή φοβήθη¬κα πως το Ερμιτάζ δεν θ’ άντεχε στο θυελλώδες κρεσέντο του παροξυσμού της και θα κατέρρεε.
Άρπαξα έξαλλος το τσεκούρι, από τον κήπο, έσπασα βίαια το τζάμι της μπαλκονόπορτας κι όρμησα σαν σίφουνας στο σαλόνι.
Η μικρή φλαμουριά κυλιόταν στο πάτωμα, μ’ ένα ζωηρό καταπράσινο πεύκο που μόλις με είδε το ’σκάσε έντρομο προς το δάσος.
Δεν μπήκε καν στον κόπο να σηκωθεί. «Δεν θα τολμήσεις να πλησιάσεις», με απείλησε. «Πιστεύω να θυμάσαι καλά τ’ όνομά μου. Είμαι η Ντάμα Σπαθί. Αν κάνεις ακόμα ένα βήμα, μπορώ να σε κάνω κομμάτια». Κοντοστάθηκα. Δεν φανταζόμουν τέτοιο θράσος.

Βέβαιη πως με είχε πληγώσει βαριά, αποφάσισε να με αποτελειώσει. «Ή μάλλον όχι», πρόσθεσε με δηλητηριώδες ύφος. «Μιας και δεν πρόλαβα να τελειώσω, σου επιτρέπω για τελευταία φορά να εκπληρώσεις τις φαντασιώσεις σου. Αν πέσεις πλάι μου, κάτι θα γίνει». Ήταν αδύνατο να συγκρατηθώ. Σήκωσα το τσεκούρι και το κατέβασα στο κορμί της. Τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει. Για λίγο άκουγα τα ουρλιαχτά της, ύστερα μόνο το θρήνο του δάσους. Ένα παράξενο κίτρινο υγρό, κύλησε στις πλάκες του σαλονιού αργά, τελετουργικά, σχηματίζοντας θολές νησίδες.
Άναψα το τζάκι και την πέταξα στη φωτιά. Δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μου –μα τι περίεργο– πάγωναν πριν κυλήσουν στα μάγουλά μου. Αφουγκραζόμουν κάμποση ώρα τους τριγμούς των κλαδιών της όπως καιγόντουσαν. Άραγε μου ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια; Στεκόμουν ακίνητος μπροστά στο τζάκι, ώσπου το σώμα της να γίνει στάχτη. Κατόπιν, πήρα ένα λευκό μεταξωτό σεντόνι και την αγκάλιασα τρυφερά, αφήνοντάς την να κοιμηθεί…
Άτιμο πράγμα ο πονοκέφαλος, ειδικά όταν σε ξυπνάει μ’ ένα σφυρί απ’ το λήθαργο. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας απ’ την πολυθρόνα μου, ψάχνοντας για καμιά ασπιρίνη. Στο στρογγυλό τραπέζι, μια ταλαίπωρη τράπουλα, ξαπόσταινε στην αγκαλιά της πράσινης τσόχας. Ανακάτεψα και τράβηξα τυχαία ένα φύλλο.
Δεν ξέρω αν πιστεύετε στα φαντάσματα.
Όλη τη νύχτα έψαχνα τη ντάμα σπαθί.
Αυτή τη φορά, την είχα στο χέρι.

Χάρης Μελιτάς, Ντάμα σπαθί, σελ. 23, από τη συλλογή διηγημάτων Το κάπα του Κόνδορος, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013

.

.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Πολλές φορές τη νύχτα (Oκτάνα)

 

(…) Είναι ποικίλες οι φωνές και της νυκτός οι ήχοι. Όλοι μαζί αποτελούν μια συνεχή, μία διάχυτη βοή σαν καταρράκτου που κάπου μακριά κρημνίζει τα νερά του. Όμως παρά την ύπαρξι της διάχυτης βοής, οι ήχοι οι κοντινοί διακρίνονται με ενάργειαν τόσην, ώστε θα έλεγε κανείς ότι δεν γίνονται μόνον ακουστοί, μα και ορατοί ακόμη, ήχοι σχεδόν χειροπιαστοί, πικροί ή γλυκείς στη γεύσι – ήχοι, φωνές, εικόνες… Γρύλλοι και ζούδια της νυκτός και φύλλα που θροΐζουν. Το σιντριβάνι που λαλεί, και ψιλοψιθυρίζει. Βεγγαλικά συριστικά και ουράνιες ανθοδέσμες. Στόρια που απότομα κατρακυλάν σαν λαιμητόμοι, γδούποι, ανεξήγητοι βαρείς, σειρήνες πρώτων βοηθειών και, κάθε τόσο, σάλπιγγες εξ αποστάσεως αυτοκινήτων.

Ήχοι στιλπνοί, ήχοι μουντοί!

Ένας διαβάτης σταματά και ηχηρά ουρεί, το προ αυτού ντουβάρι κατακλύζων. Ιδού ένας άλλος – με ρόγχον θορυβώδη πτύει και το γλοιώδες φλέγμα του με ένα μικρό πλατάγισμα επί του πλακοστρώτου πίπτει. Άλλος (είναι ένας άνδρας στιβαρός) εις ήσυχον σημείον ενός πάρκου, υπό το φως ενός φανού κινών με σθένος την δεξιάν του, τρίβει το γυμνωμένον πέος του και μία διερχομένην νεάνιδα (που ερυθριά πολύ, μα στέκει και τον κοιτά) καλεί, με «Άαααχ!» και «Ωωωχ!» λαγνοβαρή, με επιμόνους φλογερούς εις την γαλήνην της νυκτός ψιθύρους, ικετεύων αυτήν να πλησιάση, και από κοντά να ιδή το εξογκωμένον πέος του, και, ωσαύτως, μέχρι τέλους, την τελουμένην επ’ αυτού χειράντλησιν του σπέρματός του. Η νεάνις, έκθαμβος, και γνωρίζουσα τι θα συμβή, παρά το ζωηρόν ερύθημά της, με έντονον παλμόν καρδίας παρατηρεί και ασυναισθήτως ακόμη περισσότερον πλησιάζει, ώστε να ιδή το δυνατόν καλύτερα το ογκώδες πέος και την ενεργουμένην επ’ αυτού συγκλονιστικήν της τρίψιν – τοσούτω μάλλον, που ο ανήρ λαγνοβοών της λέγει ότι επιθυμεί να εκσπερματίσει δι’ αυτήν. Και η χειράντλησις εξακολουθεί, εν μέσω αναφωνήσεων λαγνείας, εις τας οποίας λόγια μεγάλης τρυφερότητος ενθέρμως συνυφαίνονται με λόγια αισχρά και ωραία, που εκσπούν μέσα εις τη νύκτα ως έγχρωμα πυροτεχνήματα διεγέρσεως και πάθους. Αίφνης και ενώ η νεάνις, με την ψυχήν στο στόμα της, εντατικώς κοιτά, έχουσα το βλέμμα της εντόνως καρφωμένου επί του άκρως διεσταλμένου στομίου τής μέχρι διαρρήξεως σφυζούσης πούτσης, μια ισχυρά κραυγή εκφεύγει από τα χείλη του ανδρός και μια πυκνή βροχή παχέος λευκού οπού με ορμήν εκσπά εις απανωτάς ριπάς και πίπτει εν μέρει επί της νεάνιδος (που ωχριά και άθελά της με έγκαυλον θαυμασμόν αναφωνεί Άααχ!… Άαα!…) και εν μέρει επί του εδάφους.

Ήχοι στιλπνοί! Ήχοι μουντοί! Στην ηρεμίαν της νυκτός ήχοι ακούγονται πολλοί. (…)

Ανδρέας Εμπειρίκος, από την Οκτάνα, Πολλές φορές τη νύχτα, σελ. 50-51,  Εκδόσεις Ίκαρος Εκδοτική, 1987

Αrtwork: Dixie Friend Gay

.

.

 

 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι

Ήταν απ’ τα νιάτα της νταρντανογυναίκα και γλωσσού. Τη βλέπει ο παπα-Φώτης και της φωνάζει από ψηλά να πετάξει τα κοφίνια, να τρέξει να σωθεί γιατί έρχεται κοσμοχαλασιά, μέγα κύμα και κακό, τσουνάμι Φιλιππίνων.Δεν προλαβαίνει η κακομοίρα και την παρασέρνουν τα νερά. Πεντακόσια μέτρα μέσα στην ενδοχώρα έφτασε η θάλασσα απ’ το σεισμό της Σαντορίνης. Βρήκε τις μανταρινιές και τις αλάτισε. Τις έκαψε, κύριε εισπράκτορα.Τη Μουράδαινα την εντόπισαν δυο εβδομάδες μετά κάτι τρεχαντήρια στην Πάτμο. Στους καφενέδες η πνιγμένη. Σωσμένη και ανέπαφος. Ξεφλούδιζε μανταρινάκια. Όπως την πήραν τα νερά σκάλωσε σε μια σανίδα και διεσώθη. Φοβόταν όμως να επιστρέψει, θα τη σακάτευαν τα γονικά της. Τελικώς τους έπεισε ο παπάς και τη δεχτήκανε, τάχατες πως είναι γραμμένο της να μονάσει ένεκα μεγάλης ευσεβείας, αλλιώς θα πνιγόταν, δεν θα αγκυροβολούσε στο νησί του Ευαγγελιστή, και στο φινάλε την έφερε πίσω μια μαούνα του ναυτικού.Λίγο μετά παντρεύτηκε. Δύο παιδιά η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα. Τον Μιχελή που είχε ουζάδικο στο Μπρίσμαν και τον Γαβριήλ, εγκάτοικο Δαφνίου.Έμοιασε του πατρός του αυτό το αγόρι. Απροσάρμοστο. Δούλευε εργοδηγός στη ΔΕΗ ο άντρας της Μουράδαινας. Τα καλοκαίρια Θεσσαλονίκη. Έστελνε τη Μουράδαινα με τα παιδιά Αστυπαλιά.

Το είχε άχτι η γυναίκα να πάει κι αυτή μια φορά στην Έκθεση Θεσσαλονίκης, να φορέσει ενώπιον κόσμου το μεταξωτό με το λουλουδάκι, που της είχε στείλει η ξαδέρφη της από τη Βαλτιμόρη.Τα κατάφερε, Σεπτέμβρη του εξήντα έξι. Σφυρίζει του ταξιτζή, λέει στα κουτουρού: «Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης» και νταν, σκορπίζει χαρτονόμισμα, πλούσιοι τότε οι Αστυπαλίτες, δε λυπούνταν τα μεταφορικά, κι έτσι ανέβηκε Θεσσαλονίκη η Μουράδαινα μαζί με τ’ αγόρια της. Δίχως να έχει πει τίποτε τ’ αντρός της. Στολίστηκε μεταξωτό, ωραιότατο φόρεμα με βολάν και απλικέ λουλουδάκι. Έντυσε τα παιδιά καρό κουστουμάκια και γραβατούλες μούρλια. Να κάνουνε καλή εντύπωση τα Μουραδάκια εις τους προϊσταμένους. Πήρανε μια κούτα γλυκά κι ανηφορίσανε. Χρόνια περίμενε η Μουράδαινα να προαχθεί ο σύζυγος. Τώρα γλυκοχάραζε η τύχη.

 Daniel Sprick 5Και φτάνει στο περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεως και βλέπει το σύζυγο να χαριεντίζεται με μία αεροσυνοδό. Πάει η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα, και δίνει στον άντρα της το άτιμο τ’ ανάποδο χαστούκι, μπροστά στους προϊσταμένους και τον Υπουργό Βιομηχανίας: «Nα σε χαίρεται η Δημόσια Επιχείρησις Ηλεκτρισμού! Μαστροπέ!» Tον ξεφώνισε τον σύζυγο μπροστά στον Υπουργό. Τον ετελείωσε. Εκείνος, στήλη άλατος. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα, κλαίγαν τα Μουραδάκια για την κατάντια του πατρός. Κατεβαίνει Αθήνα η Μουράδαινα. Περιμένει μια ολάκερη βδομάδα τον μοιχό. Δυο βδομάδες. Τρεις βδομάδες. Τέσσερεις. Δε διάβαζε εφημερίδες η Αστυπαλίτισσα. Είχε προλάβει ο Μουράς και την έκανε απ’ τον Λευκό Πύργο. Αυτοχειριάστηκε ο αμαρτωλός. Είχε τάσεις αυτοκαταστροφικές. Έδωσε μια και πήδησε κάτω στο Θερμαϊκό. Μπλουμ. Αυτή την οικογένεια την τραβούσε το νερό. Διότι και ο γιος, ο Γαβριήλ Μουράς, στην μπανιέρα έπνιξε τη Μουράδαινα, κι ενώ έπαιρνε πολύ καλή σύνταξη η μάνα του. Τότες προσέχανε τους ανθρώπους τους στη ΔΕΗ. Τη μάνα σου, μπρε; Kάνει να σκοτώνουμε τη μανούλα; Ντροπή, παιδάκι μου, και κουνάει το καθυστερημένο το κεφάλι του.

Πάω στο τρελάδικο, κύριε εισπράκτορα, και του ξεφλουδίζω βραστά αυγά. Σφιχτά. Ελευθέρας διαλογής. Το κρύβανε τόσα χρόνια. Αγρίεψε το παιδί μοναχούλι. Του σάλεψε. Μ’ απειλούσε η Φεβρωνία: «Σα τη Μουράδαινα θα πας κι εσύ μ’ όλα τα τομάρια που κουβαλάς σπίτι σου!» Φεβρωνία Λιβεράλη! της έλεγα με έμφαση, εμείς τα σπίτια τα έχουμε ανοιχτά να μπαίνει λαός, κόσμος πολύς, να τον τρατάρουμε καφέδες κι αυγά βραστά και να συνομιλούμε. Το δικό σου μαυσωλείο άσ’ το κλειστό και επτασφράγιστο! To σαλονάκι τους οι Λιβεράληδες το είχαν κλειδωμένο. Διάβαζε ο Λαοκράτης Ριζοσπάστη στην κουζίνα της οδού Δελφών και δεν του επέτρεπε η άλλη να καθίσει σαν άνθρωπος στον καναπέ, για να μην της τσαλακώσει τα ριχτάρια. Είχε γεμίσει το σπίτι σεμεδάκια. 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι, σελ. 15-17, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2010

Πίνακες: Daniel Sprick

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων

 

Δεν είχε γλιτωμό κι αποσταμό αληθινά ποτέ της, αφού οι πεθαμένοι της επέστρεφαν συχνά και την ταράζανε. Ακόμα κι ο ύπνος δεν ήταν καταφυγή για κείνην. Κι αν ένιωθε στο ξύπνιο τα άλλοτε τη μυρωδιά τους κι άλλοτε το βλέμμα τους κι αν στιγμές τρόμαζε από μιαν αίσθηση φευγαλέα κάποιου χαδιού, ενός αγγίγματος ανεπαίσθητου από το πουθενά κι αν άκουγε μέσα στην ησυχία να ψιθυρίζουν τ’ όνομά της κι αν ήταν έτσι οι μέρες της φοβισμένες μ’ αιφνίδια ενοχλήματα από τον κόσμο των πνευμάτων, όταν έκλεινε τα μάτια της έρχονταν τότε απροειδοποίητα σαν ζωντανοί οι νεκροί γονείς της κι άλλοτε ο αδερφός της σαν αληθινός κι όχι σαν πλάσμα ονείρου.

Τους έβλεπε ότι γύριζαν λες κι ήταν ο θάνατός τους μια δύσκολη αρρώστια που πέρασε πια και περπατούσαν πάλι όπως παλιά στο σπίτι, τριγύριζαν στα δωμάτιά τους, με σάρκα και οστά ξανά ενδεδυμένοι. Καθόταν ο πατέρας της αποστεωμένος στην κεφαλή του τραπεζιού, μάσαγε αργά αργά λίγο φαγάκι και κοίταγε την κόρη του με λυπημένα μάτια. Ο αδερφός της ένιβε από τα χώματα της ταφής το νιο του πρόσωπο κι απ’ το τρεχούμενο νερό έπινε κι έσβηνε τη δίψα που τον στέγνωνε για χρόνια. Κι η μάνα της συνήθως ερχόταν κι αναπαυόταν στη θέση που αγάπαγε κι έπιανε ν’ αποσώνει ένα εργόχειρο.

Κι απ’ όσα κληρονόμησε πολλά τα ξεπούλησε. Στην αρχή από τ’ αντικείμενα όσα της φορτώνονταν δεμένα με τις μνήμες τους κι έπειτα τα καμπίσια κτήματά τους. Τα ξεφορτώθηκε ασυλλόγιστα λες και της έφταιγαν αυτά, λες κι ήταν δικό τους βάρος κι όχι των θανάτων πάνω στο στήθος της και στη ζωή της. Κάποια πράγματα τα χάρισε, τα πιο πολλά όμως τα πούλησε όσο όσο σε πονηρούς παλαιοπώλες, ανθρώπους που μυρίζονται το θάνατο κι όμοια με όρνια μαζεύονται τριγύρω. Κειμήλια προγονικά, το αυτοκίνητο του αδερφού της πρώτα κι έπειτα τα ρούχα του, την ακριβή τους τραπεζαρία, από την προίκα της δυο σεντούκια γεμάτα υφάσματα και κεντίδια, όλα μεταξωτά και λινά, το μεγάλο μπρούντζινο φωτιστικό που δεν έλαμψε ποτέ σε γιορτή παρά μονάχα σε κηδείες. Κι έτσι από τη μια μέρα στην άλλη άδειασε σχεδόν το σπίτι από την ψυχή του και ντύθηκε το νοσηρό, το νοερό και το προσωρινό η καθημερινότητά τους.

Siafakas 4

Απόσταζαν το λοιπόν οι μέρες τούτης της δύσκολης ζωής στο δοχείο της ψυχής της, μα ήτανε και το σώμα της, κι ας το ’χε αποτάξει. Όταν υπερτερούσε η όρεξη της σάρκας κι όταν τράβαγε από μόνο του κατά τη γυναικεία φύση του, εκείνη δεν είχε εξουσία πάνω του καμιά κι ούτε μπόραγε να τ’ αγνοήσει. Είναι ασύμβατος ο πυρετός της σάρκας με την αναπηρία της ψυχής. Κι είναι ανεξέλεγκτες οι ορμόνες που ορίζουν τις πράξεις του σώματος, όμοιες σε κάθε σώμα, όταν παραδέρνει ακυβέρνητο δίχως τη δύναμη της ψυχής του μες στην αντάρα, μες στην ασχήμια και την ομορφιά των ζωικών του ορμών. Κι η Ερημιά ποτέ της δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε τούτον τον κανόνα.

Άφηνε συχνά στην άκρη την άρνηση της ψυχής της, δίχως δύναμη ν’ αντιταχθεί και δίχως καθόλου αιδώ, για χάρη του κορμιού της, Ξάπλωνε γυμνή, άνοιγε τα πόδια της και χαϊδευόταν. Άναβε, κοντανάσαινε και στέναζε μόνη της με τα δικά της χάδια μέχρι που σπάραζε σύγκορμη κι ύστερα, όταν χανόταν τούτη η σύντομη χαρά, αντί να γαληνέψει, γέμιζε τύψεις, ντροπή και αηδία και γύριζε γρήγορα στην άγρια πραγματικότητά της. Κι όταν κάποτε βαριόταν τον εαυτό της και για καιρό ο κορεσμός την κράταγε σε αποχή ακόμα κι αυτό το λίγο, τότε έρχονταν στον ύπνο της φανταστικοί άντρες, τη βίαζαν, έπεφτε εκείνη πάνω τους και τους απομυζούσε. Άλλοτε πάλι η έλλειψη ζάλιζε το μυαλό της, χαλούσε το στομάχι της, μα λάβδανο δεν τη γιάτρευε. Έκλαιγε πολλές φορές κι αλάφρωμα δεν είχε. Πλενόταν αδιάλειπτα μήπως καταλαγιάσει το καύμα του κόλπου της κι όχι σπάνια λιποθυμούσε μες στο άδειο σπίτι. Πιο κοντά στους πεθαμένους απ’ ό,τι στους ανθρώπους, συζούσε φιλιωμένη με τα φαντάσματα και τις σκιές κι ούτε να το διανοηθεί πως θα μπορούσε να βρεθεί με αληθινό άντρα. Είχε σφηνωθεί μες στο μυαλό της πως μόλις τολμούσε να βάλει κάποιον άλλο εκτός από το θάνατο στο πλευρό της, ο θάνατος θα τη ζήλευε και θα της τον έπαιρνε από κοντά της. Με τέτοια ζωή έφτασε στα σαράντα, τα πάτησε και την πάτησαν βαριά κι εκείνα. Ώσπου μια μέρα σκίρτησε μέσα της απρόσμενα το ακίνητο, ορθώθηκε ανήμερο θηρίο ο έρωτας κι έφεξε στη μεγάλη της νύχτα το φως του άντρα που, σαν να ήτανε γραφτό, βρέθηκε εμπρός της. Ήρθε την ίδια ώρα που εκείνη ήταν πια έρμαιο των παθών της και δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να παραδώσει δίχως όρους τη δύσθυμη ψυχή της στην εξουσία του έρωτα και στη δύναμη του κορμιού της. 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ερώτων και αοράτων, σελ. 26-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Πίνακες: Kώστας Σιαφάκας

http://www.kostassiafakas.com/

.

.

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, H κλεψιά

Στη βρύση ήταν μαζεμένα τα παλληκάρια του χωριού. Ξεχώριζαν ο Αρμένης, γεροδεμένος επιστάτης, στο εργοστάσιο δούλευε. Ήταν και ο Αλέκος ο Σπάργιας, δυο μέτρα άντρας.
«Μπαξίσι, μπαξίσι!» φώναξαν όλα τα παλληκάρια.
Ο γαμπρός αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δυνατόν να φύγει νύφη από το χωριό χωρίς μπαξίσι. Έπεσαν όμως σε σφιχτό γαμπρό και σέρτικο. Αρβανίτης, όνομα και πράμα. Όσο ήταν νοικοκυραίοι άλλο τόσο σφιχτοί ήταν.
«Δεν έχει μπαξίσι», είπε ο γαμπρός, και τράβηξε το γκέμι για να φύγει.
Οι νέοι μπήκαν μπροστά στο άλογο. Είχε μαζευτεί κόσμος. Οι ντόπιοι, γνωρίζοντας το έθιμο, πήγαν για τις διαπραγματεύσεις. Ο γαμπρός κρατούσε απάντηση το καμουτσίκι. Σφύριξε το καμουτσίκι, και έπεσε στη πλάτη του αλόγου. Χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δύο πόδια. Τα παλληκάρια το κρατούσαν γερά. Το καμουτσίκι ξανασηκώθηκε και αυλάκωσε το πρόσωπο του Αλέκου. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω, αλλά ο Αλέκος σκούπιζε το αίμα που ανάβλυζε από το πρόσωπο. Με ένα σάλτο ανέβηκε στο κάρο και κατέβασε τον γαμπρό. (Γάμος)

Το γλέντι και το κέφι αμείωτο. Ο Χατζής ήθελε να κάνει πρόποση. Έκανε να σηκωθεί, μα παραπάτησε. Το κρασί χύθηκε όλο στο γαμπριάτικο κουστούμι.
«Πρόσεχε, ρε μπατζανάκ, το γαμπριάτικο κουστούμι… αν δε μπορείς, να μη πίνεις». Ο Χατζής σηκώθηκε αμίλητος και προχώρησε προς το καφενείο.
«Έλα, βρε Χατζή, μη θυμώνεις!»
«Άσ’ τον να ξεθυμάνει, θα ξανάρθει!», φώναξε ο γαμπρός.
Σε λίγο η Αναστασία φώναξε «φωτιά, φωτιά!». Μπροστά από το καφενείο έβγαινε καπνός και ακουγόταν φασαρία. Έτρεξαν όλοι και βρέθηκαν σε ένα περίεργο θέαμα. Ο Χατζής είχε φύγει σιωπηλός, άνοιξε το καφενείο του, πήρε ένα πετόνι πετρέλαιο και βγήκε. Άνοιξε το γραμμόφωνο και έβαλε το τραγούδι «νε ολούρ». Το άνοιξε, τέρμα στο καλντερίμι στη παλιά βρύση, έβγαλε το καινούργιο του σακάκι, έβγαλε το παντελόνι του, έμεινε με το κοντοβράκι, έριξε απάνω πετρέλαιο και τα’ βαλε φωτιά. Οι φλόγες ξεπήδησαν και καπνός γέμισε τη γειτονιά. Κι αυτός μερακλωμένος, πειραγμένος, με το κοντοβράκι, έβαλε το «νε ολούρ» και χόρευε γύρω γύρω από το καμένο του κοστούμι. (Μετά τον γάμο)

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, «H κλεψιά», Διηγήματα, σελ. 19, σελ. 24, αποσπάσματα από τα διηγήματα Γάμος και Μετά τον γάμο,  Εκδόσεις Θερμαϊκός, 2014

GAMOS 5

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

beksinski

http://staxtes.com/2003/?p=1927

Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες,  «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας»  γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Ο Μαρίνος τους παρακολουθεί, αλλά δεν τους περιγράφει εγκεφαλικά και από απόσταση, αντίθετα τους ζωντανεύει. Με τη χειρουργική ακρίβεια του συγγραφέα, ο οποίος ακυρώνει τον «χρονολογικό» χρόνο της γραφής, φέρνοντας στην επιφάνεια τον προσωπικό χρόνο του γράφοντος, προσεγγίζει εκ των έσω με λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς τα πρόσωπα, καθιστώντας μας κοινωνούς και συμπάσχοντες του ανθρώπινου μαρτυρίου. Στην προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, δηλώνεται εξαρχής η πρόθεσή του –αποστολή μου είναι η διά της γραφής σταυρική ομιλία του ανθρώπου–,  με ένα απόσπασμα από την A´ Επιστολή προς Κορινθίους:  « (…) εάν το έργον τινός κατακαή, θέλει ζημιωθή, αυτός όμως θέλη σωθή, πλήν ούτως διά πυρός».

BeksinsiΤο βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να κάνει ούτε πολιτικοοικονομικές προσεγγίσεις της σύρραξης ούτε να αποδώσει ευθύνες και απέχει πολύ από το να ενταχθεί στην κατηγορία του οποιουδήποτε είδους που ασχολείται με την Ιστορία, ανιχνεύοντας τις αιτίες, τις αφορμές και τα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Κέντρο είναι ο άνθρωπος ως θύμα των πολιτικών χειρισμών, ενώ ο πόλεμος συνιστά αφορμή για να ειδωθεί το ανθρώπινο τοπίο συνδιαλεγόμενο με το τοπίο της φρίκης και της βίας – ένα τοπίο που θα μπορούσε κάλλιστα είτε να μην ταυτοποιείται, διασχίζοντας έθνη και εποχές μέσα στο χρόνο, είτε να μεταλλάσσεται παίρνοντας μία διαφορετική μορφή σύγχρονης πολεμικής βίας,  όπως αυτής του οικονομικού πολέμου, που ζούμε όλοι μας σήμερα.

Η πλοκή είναι στοιχειώδης, όπως θα ανέμενε κανείς, σε ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το χωρόχρονο, διαγράφοντας την πορεία των εσωτερικών τοπίων και των χρόνων των ηρώων ενταγμένων σε ένα εξωτερικό χωροχρονικό πλαίσιο παγιωμένο και αναλλοίωτο από την επαναληπτικότητα στιγμιοτύπων της ίδιας ακριβώς τάξεως, τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε από το ένα πλάνο στο επόμενο, κρατώντας όμως αδιάρρηκτα τα δομικά στοιχεία που τα συγκροτούν σε ολότητα. 

Ο τόπος της μυθοπλασίας είναι κλειστός και συμπαγής, ο χρόνος εσωτερικά ακυρωμένος. Είτε μιλούμε για τους ήρωες είτε για το περιβάλλον τους. «Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι’ αυτούς. Ήταν σαν παγωμένο φίδι που είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί σε μία απάνεμη γωνιά αδιαφορώντας για τις μέρες που περνούσαν και για τις νύχτες που γεννιόνταν από το δέρμα του ουρανού. Όλη αυτή η μονόδρομη αλληλουχία των λεπτών και των ωρών που κάποτε όριζε τη ζωή τους, τώρα ήταν απλώς ένα στοιχείο του δρόμου ανάμεσα στα πολλά που όφειλαν να προσέχουν».

beksinski imagesΑυτοί ακριβώς είναι οι δύο άξονες της μυθοπλασίας, που μπαινοβγαίνουν διαρκώς ο ένας μες στον άλλον: o άνθρωπος και η φύση, η φύση του ανθρώπου, η φύση ως αντανάκλαση του ανθρώπου: «κόλλησαν πάνω στον ισχνό κορμό του σαν ντροπαλές παραφυάδες/ όλος ο τόπος είχε γεμίσει από ροζιασμένες ρυτίδες που αναδύονταν από τη βάση τους καπνιά και όξος/Oι σκιές τους πλέον δεν ήταν σκιές ανθρώπων. Ήταν ρωγμές που ορθώνονταν ξέχωρες πάνω στο ερεθισμένο σώμα», και ο αναγνώστης δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τη σκληρή ψυχική πορεία των ηρώων, ταυτιζόμενος, μέσα σ’ ένα τοπίο δαντικής κόλασης που δεν υπόσχεται διέξοδο.

beksinski1985_002276

Ο Μαρίνος, έχοντας φέρει στο προσκήνιο το μηχανισμό της ακύρωσης του άλλου ως υποκειμένου, μας καλεί να παρακολουθήσουμε και να ενθυμηθούμε το χρόνο της δικής μας ύπαρξης, το χρόνο όπου η Ανάγκη και η ζωώδης ανθρώπινη φύση είχαν την πρωτοκαθεδρία, προτού ο «πολιτισμός» μάς ονοματίσει επιθυμούντα υποκείμενα. Μήπως το απωθημένο επιστρέφει πάλι σήμερα, μήπως ο Άλλος εκπίπτει και επανέρχεται χωρίς κανένα όριο και με άλλη πλέον μορφή στο παγκόσμιο σκηνικό;  «O στρατιώτης τούς είπε αντίο σηκώνοντας ψηλά στον ουρανό το όπλο του και βγάζοντας μια πένθιμη κραυγή πληγωμένου θηρίου». Μήπως ο πολιτισμός είναι η μεγαλύτερη φενάκη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα;  Kαι τι θέση έχει μέσα στη νουβέλα το όνειρο του πατέρα με την κανιβαλική θέση του απέναντι στο τσουκάλι όπου βράζουν τα κεφάλια της γυναίκας και του γιου του; «Kαι εκείνος όλο να ανακατεύει και να δοκιμάζει με την άκρη της γλώσσας του το νερό αν θέλει αλάτι ή λίγο παραπάνω λάδι. Όταν πλέον είναι σίγουρος πως το πράγμα βαίνει καλώς, χαιρετάει τα κεφάλια, κλείνει το καπάκι και… ξυπνάει». Ο  Μαρίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. 

Beksinski-x42Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου τεχνικού ξεδιπλώματος της αφήγησης, με την εναλλαγή και τη συνομιλία της εξωτερικής και της εσωτερικής πραγματικότητας,  που τηρείται από την αρχή έως το τέλος της νουβέλας, είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργείται και παίζει με όλες τις αισθήσεις: μουντά χρώματα, συριγμοί, υπόκωφοι κρότοι κι οσμές ενός ακινητοποιημένου χρόνου στον οποίο οι ήρωες ίσα που ανασαίνουν θάνατο σε μιαν ήδη πνιγηρή ατμόσφαιρα, στην πορεία τους να συναντήσουνε τη θάλασσα, μια μήτρα που θα τους προστατεύσει αλλά και που θα τους ακυρώσει την ίδια ακριβώς στιγμή.

beksinskiOΜε αυτόν τον τρόπο ο Μαρίνος δεν γράφει απλώς, αλλά δημιουργεί έναν τεράστιο πίνακα, που συνειρμικά με οδήγησε στους πίνακες του Beksinski. Το εξωτερικό τοπίο έχει γραμμές για να εντάξει όχι απλώς ανθρώπους αλλά όγκους σωμάτων. Το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφονται με ακρίβεια οι βιολογικές λειτουργίες σε σχέση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και σε συνδιαλλαγή με το φυσικό τοπίο.  Το τοπίο και το σώμα των ηρώων βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία,  μπαινοβγαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο διά μέσου της γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η καλή πεζογραφία και η ποίηση γράφονται με το σώμα επίσης ή καλύτερα από τον τόπο όπου το σώμα εγγράφεται μέσα στο κενό.

Ο Μαρίνος έχει το χάρισμα της γραφής, γνωρίζει τη μαγική λειτουργία των λέξεων και δεν διστάζει να τις χρησιμοποιεί, για να αναδείξει τους όγκους  που κάθε λέξη εγκιβωτίζει αποκλειστικά και μόνον όταν βρεθεί στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη λογοτεχνία. Το κείμενο του Μαρίνου, κατά την άποψή μου, δεν είναι ποιητικό (όπως θα μπορούσε να ειπωθεί): είναι απλώς άκρως λογοτεχνικό κι εντάσσεται σε μία μακρά παράδοση λογοτεχνικής παραγωγής, που αφενός γνώριζε και αφετέρου σεβόταν τη λειτουργία της τέχνης του λόγου.

beksinski_obraz_wroclaw [data nieznana]H ακριβής περιγραφή, που αποφλοιώνει το «πράγμα» για να το επαναπροσδιορίσει με διαφορετικά μέσα, επιτρέποντάς του να μιλήσει μετουσιωμένο την πραγματικότητα που το όρισε ως τέτοιο, δεν είναι χαρακτηριστικό της ποίησης, είναι χαρακτηριστικό του ταλαντούχου γραφιά, είτε αυτός ονομάζεται πεζογράφος είτε ποιητής και ο οποίος  αγκιστρώνεται με την ευθύνη και τη συνείδηση, που το ταλέντο του χαρίζει, στο τέλος, στο σκοπό της λέξης του: «Ύστερα, καμπουριαστός και απόκοσμος, μια γιγάντια λερωμένη νυχτερίδα που ξελεπιάστηκε απ’ το κουκούλι της μέρας, χώθηκε σε μια σκουριασμένη τρύπα στην άκρη του λιμανιού και εκεί έμεινε στο βαθύ σκοτάδι μέχρι να έρθει να τον βρει το τέλος του». 

                                  Πίνακες: Beksinski

Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.

 
 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 62 other followers